Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2008

Αποκριάτικο.

Στο νησί μου οι απόκριες δεν μοιάζουν με τα καρναβάλια. Έχουν έναν χαρακτήρα διονυσιακό, αριστοφανικό, θα έλεγα. Οι άνθρωποι μεταμφιέζονται πρόχειρα με ό,τι βρουν και ξεφεύγουν από τον καθωσπρέπει εαυτό τους, τραγουδώντας και χορεύοντας.
Το σχολείο δεν έμενε ποτέ έξω από το πνεύμα, αν και προσπαθούσαμε να το περιορίσουμε σε μία μέρα ή στην καλύτερη περίπτωση σε μισή.
Σε μια από αυτές τις αποκριάτικες γιορτές, μία μαθήτρια της Τρίτης είχε ντυθεί "γεροντοκόρη" δασκάλα με όλη τη στερεότυπη αμφίεση στο γκρίζο και σεμνό και με τον ανάλογο κότσο. Στην πλάτη μια ταμπελίτσα έγραφε "ζητείται γαμπρός", αλλά δεν θα το ήξερε η καημένη, οι μαθητές θα της το κόλλησαν. Οι δε "μαθητές" ήταν ένα συνονθύλευμα από μαθητές και καθηγητές που συναγωνίζονταν σε αταξίες και πειράγματα και η "δασκάλα" τους προσπαθούσε να τους βάλει σε τάξη, χωρίς αποτέλεσμα.
Εμένα με είχε στρώσει ο διευθυντής σε δουλειά στο γραφείο του και δεν με άφηνε να πάω στο γλέντι. Άκουγα μόνο τη μουσική και τις φωνές και έβραζα. Απτόητος όμως εκείνος, βρήκε τον "παπά" διαθέσιμο και "έθαβε" ό,τι χαρτούρα του περίσσευε στο γραφείο του.
Σε μια στιγμή, είδα κι αποείδα, του λέω: "πρέπει να πάω κάπου δεν θα αργήσω".
Βγαίνω κρυφά από το σχολείο, πηγαίνω σε ένα διπλανό σπίτι και λέω στην οικοδέσποινα: "Ντύσε με γαμπρό". Απολύτως στο πνεύμα η Κατερίνα (καλή της ώρα!) με κάνει γαμπρό- κουφέτο. Τι γαμπριάτικο αρχαίο κοστούμι, τι μποτονιέρα, ανθοδέσμη, γραβάτα προπολεμική, σκαρπίνι τύπου "μόλις ήρθα από αμέρικα", ένα καλσόν στο κεφάλι να μη γνωρίζομαι και τη ρεμπούμπλικα του πάππου από πάνω.
Πηγαίνω στο σχολείο, μπαίνω στη μεγάλη αίθουσα και πλησιάζω τη "γεροντοκόρη" προσφέροντας την ανθοδέσμη. Μέσα στη χαρά και στον ενθουσιασμό, διέκρινα την απορία όλων πού ξεφύτρωσε τώρα ετούτος.
Για να ολοκληρώσω τη χαρά μου, πήγα γραμμή στο διευθυντή με τη "γυναίκα" μου και τους "μαθητές" της. Τι τράβηξε ο καημένος δεν λέγεται! Πήρε μια γεύση για το πώς πρέπει να σέβεται τα πανάρχαια έθιμα του τόπου και να μην εμποδίζει τους "θιασώτες" του Διονύσου να τον λατρεύουν. Στο τέλος αγανακτισμένος μου είπε: "Πήγαινε, παιδί μου, στην τάξη σου να κάνω και καμιά δουλειά!" Μόνο αν χορέψετε, του έγνεψα και όλοι οι άλλοι, αλαλάζοντας τον έβαλαν στο χορό, θέλοντας και μη.
Η μέρα τέλειωσε χωρίς να μάθει ποιο "παιδί" του είχε κάνει το γραφείο πίστα και ούτε που θυμήθηκε να ρωτήσει πού πήγε αυτή "που δεν θα αργούσε".
(Μικρό αφιέρωμα στη μνήμη του "παππού Γιωργάκη" του πρώτου μου αξέχαστου διευθυντή)

2 σχόλια:

Θερσίτης είπε...

Είσαι απαράδεκτη ως δασκάλα και ως φιλόλογος, γιατί εξαχρειώνεις τα ήθη και καταβαραθρώνεις τους Κυρίους Καθηγητάς από τον άμβωνά τους. Πώς τολμάς, ε; Γιατί δε σέβεσαι το αξίωμά σου; Εις το πυρ το εξώτερον μάλλον θα βρεθείς.

gyristroula2 είπε...

Αχ, δεν ήμουν εγώ! Ο γαμπρός της δασκάλας ήτανε!