Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Δυο λαμπερά χαμόγελα

Οι άνθρωποι γύρω μου απορούν πώς δεν κουράζομαι, ενώ δουλεύω τόσες ώρες. Τόσες σημαίνει πολλές, πάρα πολλές. Σήμερα θα σας εξηγήσω το γιατί.
Δίδασκα τη Χίμαιρα χρόνια πολλά. Ναι, μη με βλέπετε παράξενα. Έχω διδάξει τη Χίμαιρα και την Αυγούλα. Μια βραδιά ανοιξιάτικη, βγαίνοντας από την ουρανομήκη κατοικία όπου βρίσκεται το ενδιαίτημα της Αυγούλας -πώς αλλιώς θα ξεπρόβαλλε κάθε πρωί να μας φωτίσει- συναντώ το γνωστό χαμογελαστό δίδυμο, την Ε. και την Κ.
Μαθήτριές μου δεν υπήρξαν ποτέ. Όμως είχα διακρίνει στο προαύλιο την ευγένεια και την καλοσύνη που εξέπεμπαν κάθε στιγμή. Ο καθένας βέβαια θα διέκρινε τέτοια χαρακτηριστικά στα δυο αυτά παιδιά. Ή σχεδόν ο καθένας. Γιατί υπάρχουν πάντα και ... τιμητικές εξαιρέσεις. (Ενδεικτικά αναφέρω πως η Κ., στην οποία θα εμπιστευόμουν ό,τι ιερότερο έχω, να το φυλάξει, τιμωρήθηκε με διήμερη ή τριήμερη αποβολή, γιατί ζήτησε από την κυρία καθηγήτρια να μη φωνάζει ακριβώς πάνω από το αφτί της.)

Χαμόγελα, χειραψίες, σύντομη ανταλλαγή των νέων μας, ερωτήσεις για την αγαπημένη τους καθηγήτρια (την οποία "έθαψα" παρεμπιπτόντως) και μια φωτογραφία, για να τις δείξω στη δασκάλα τους.
Φέτος τις βλέπω μερικές φορές μέσα στο άγχος των εξετάσεων. Ελληνικά εξαιρετικά, σχεδόν αλάνθαστα, χαμόγελο επίμονο παρά το στρες και την άθλια πραγματικότητα που τις περιβάλλει. Δίψα για μάθηση ακόρεστη, επιθυμία για σπουδές μεγάλη (το μόνο εξασφαλισμένο είναι οι σπουδές) αλλά και προβληματισμός.
Προβληματισμός για την ταυτότητά τους. Τα δυο χαμόγελα δεν ξέρουν πού ανήκουν. Δεν ξέρουν πού να θελήσουν να ανήκουν. Εδώ αντιμετώπισαν περιορισμένο -αλλά βαθιά προσβλητικό- ρατσισμό για την καταγωγή τους. Στη χώρα καταγωγής τους τις φωνάζουν Ελληνίδες και τις θεωρούν ξένες. Μου εκμυστηρεύονται πως δε νιώθουν ούτε Ελληνίδες ούτε Αλβανίδες, γιατί και οι δυο τόποι τις έχουν πληγώσει. Αυτό το συναίσθημα μου θυμίζει τον πατέρα μου (από Κωνσταντινούπολη, Ανατολική Θράκη και Τραπεζούντα) που νήπιο ήρθε εδώ και το ξεβρίδι του ήταν Τουρκόσπορος.

Ως δάσκαλος βλέπω πως, αν κατορθώσει αυτός ο λεηλατημένος από τους Έλληνες τόπος να ενσωματώσει αγκαλιάζοντας αυτά τα ανθρώπινα στολίδια και πολλά παρόμοια που μεγαλώνουν εδώ, ίσως στο μέλλον μπορέσει να ξαναχαμογελάσει.
Πολύ φοβάμαι, όμως, πως η Αμερική, η Αγγλία, η Γαλλία θα απαγάγουν αυτά τα στολίδια και θα τα κάνουν δικά τους αφήνοντας εμάς στη μιζέρια που βαλτώνει την καθημερινή μας άθλια πραγματικότητα.

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Η εξαιρετική... εξαίρεση

Με αφορμή την προηγούμενη ανάρτηση για τη νηπιαγωγό με το κραγιόν που συζητήθηκε και αρνητικά, θυμήθηκα μια πολύ ενδιαφέρουσα δημοσίευση που είχα διαβάσει πολλά χρόνια πριν, από γνωστή παιδοψυχολόγο, που αρθρογραφούσε τότε σε μεγάλης κυκλοφορίας έντυπο. Δεν αναφέρω το όνομά της, γιατί φοβάμαι μην με προδώσει η μνήμη ως προς την ακριβή παρουσίαση των γεγονότων. Την ουσία τους όμως τη θυμάμαι πολύ καλά, γιατί μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση το άρθρο.
Αναφέροταν στο θεσμό της ανάδοχης μητέρας και συγκεκριμένα στην περίπτωση μιας εξαιρετικής γυναίκας,που έχοντας μεγαλώσει τα δικά της παιδιά, αναλάμβανε ως ανάδοχη μητέρα τις πιο δύσκολες περιπτώσεις. Της έδιναν παιδιά κακοποιημένα, σωματικά και ψυχικά, με ψυχικά προβλήματα, με δυσκολίες προσαρμογής, και είχε τον τρόπο να δρα θεραπευτικά σ' αυτές τις ψυχούλες, ξεπερνώντας τις προσδοκίες και τις προβλέψεις των ειδικών.
Όταν λοιπόν έφτασε στα χέρια των κοινωνικών υπηρεσιών ένα αγοράκι με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα λόγω κακοποίησης, το έδωσαν στη γυναίκα αυτή και, όπως γίνεται σ' αυτές τις περιπτώσεις, όρισαν μια συνάντηση μετά από ένα χρονικό διάστημα, για να παρακολουθήσουν την εξέλιξή του.
Συναντήθηκαν λοιπόν ένα επιτελείο ειδικών, παιδοψυχολόγος, παιδοψυχίατρος, κοινωνική λειτουργός, με την ανάδοχη μητέρα και το 4χρονο παιδάκι. Σχεδόν δυσκολεύτηκαν να αναγνωρίσουν στο ζωηρό και χαρούμενο παιδί, το τρομαγμένο και αμίλητο πλάσμα που είχαν παραδώσει στη γυναίκα. Εκείνο έβλεπαν και πάθαιναν να το κάνουν έστω και να τους κοιτάξει, τώρα δεν μπορούσαν να κάνουν τη δουλειά τους από τα τρεχαλητά και τις ευτυχισμένες φωνούλες του μπόμπιρα. Ανέλαβε λοιπόν η μαμά να το ησυχάσει, λέγοντάς του: "Κάτσε ήσυχος, Γιώργο, μη σου κόψω το πουλάκι!" Γελώντας ο Γιώργος ασχολήθηκε λίγο πιο ήσυχα με τα παιχνίδια του, ενώ οι ειδικοί είχαν πάθει την πλάκα της ζωής τους!
Κοιτάζονταν άναυδοι, συνειδητοποιώντας ότι μόλις πριν από λίγα λεπτά η θεραπευτική μητέρα είχε χρησιμοποιήσει την πιο ανεπίτρεπτη απειλή για τη διαπαιδαγώγηση ενός αγοριού για όποιον έχει τελειώσει έστω και τον πρώτο μήνα των σπουδών του στην ψυχολογία. Και σίγουρα δεν ήταν η πρώτη φορά, αφού δεν έδειχνε καθόλου ένοχη ή προβληματισμένη!
Κι όμως αυτή η γυναίκα με την...ανορθόδοξη τακτική είχε προσφέρει βοήθεια σε παιδιά πολύ καλύτερη από πολλούς ειδήμονες. Εννοείται ότι θα δόθηκαν οι αναγκαίες συμβουλές και εξηγήσεις, αλλά σίγουρα αυτό που έμεινε από όλη αυτή την ιστορία και στην αρθρογράφο παιδοψυχολόγο ήταν το πόσο σχετικά είναι όλα όσα αφορούν τον άνθρωπο και πόσο αναγκαίο είναι όσοι τον φροντίζουν να αποφεύγουν τους αφορισμούς και τις συνταγές και να εντρυφούν με αγάπη ακόμα και στα λάθη τους.

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

Το κραγιόν

Ήτανε μια φορά ένα κοριτσάκι πολύ χαϊδεμένο από την οικογένειά του, για να μην το πούμε κακομαθημένο.
Όταν ήρθε η ώρα να πάει στο προνήπιο, καθόλου δεν ενθουσιάστηκε που βρέθηκε σε ένα μέρος όπου δεν μπορούσε να βασιλεύει απόλυτα και άρχισε τις κοπάνες με ένα σωρό δικαιολογίες. Μια μέρα το άκουσε η μαμά του να λέει στη φίλη του, που επίσης έκανε κοπάνα: "Είσαι να αρραβωνιαστούμε κατευθείαν και να μην πάμε καθόλου σχολείο;" Και οι...γαμπροί είχαν κιόλας βρεθεί από τις ταχύρρυθμες παρακολουθήσεις του νηπιαγωγείου.
Η δασκάλα συμβούλευε τη μητέρα να μην επιμένει πολύ και με το καλό θα συνηθίσει σιγά σιγά. Τότε χρειάστηκε να φύγει σε επιμόρφωση εκείνη η δασκάλα και να έρθει μια άλλη, πολύ νέα και πολύ περιποιημένη. Το κοριτσάκι που ήτανε πολύ κοκέτικο την είδε διαφορετικά και δέχτηκε επιτέλους να πάει στο σχολείο. Ε, από εκείνη την ημέρα δεν ξαναέλειψε. Χαίροταν τόσο να πηγαίνει, γιατί η δασκάλα του έκανε όλα τα χατήρια, μέχρι του έβαζε από το λαμπερό κόκκινο κραγιόν της κι αυτό γύριζε πασαλειμμένο και ενθουσιασμένο στο σπίτι.
Ακόμα τη θυμάται με πολλή αγάπη, γιατί αυτή, με τον...ανορθόδοξο ίσως τρόπο της, το έκανε να αγαπήσει το σχολείο και να βγει από το κάστρο που το είχε κλείσει η υπερβολική αγάπη της οικογένειάς του, για να μην την πούμε υπερπροστασία.