Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Διδάσκοντας-σκοτώνοντας αρχαία στο γυμνάσιο

-Καλημέρα, παιδιά.
Ας δούμε το παρακάτω μάθημα. Διάβασε, Γιώργο (ο απουσιολόγος).
(Ο Γιώργος διαβάζει.)
-Μετάφρασε, Γιώργο.
(Ο Γιώργος, πολύ υπεύθυνος και ξέροντας ότι θα του ζητηθεί να παραδώσει, έχει μελετήσει και προετοιμάσει το επόμενο μάθημα. Είμαστε στη Γ΄ Γυμνασίου ενός Γυμνασίου του Αιγάλεω. Αρχίζει τη μετάφραση, αλλά σε ένα σημείο κομπιάζει.)
-Συνέχισε, Γιώργο. μετΈφρασε και το υπόλοιπο!
-Δεν το ξέρω, κυρία. Συγνώμη!
-Καλά, δεν πειράζει, Γιώργο. Ποιος θα μεταφράσει;
(Κανείς δεν προτίθεται. Προσπαθεί η ίδια, αλλά δεν τα καταφέρνει, γιατί χτες το βράδυ έβλεπε το αγαπημένο της σίριαλ, όπως τους είπε ευθαρσώς.)
-Καλά. Πάρτε το σαν άσκηση για το σπίτι. Πάμε στα λεξιλογικά.
(Πάλι τα ίδια σε μια …δύσκολη λέξη.)
-Βρείτε την ετυμολογία της λέξης στο σπίτι.
…….
Την εποχή του διαγωνίσματος απαιτεί να βρουν τις δευτερεύουσες προτάσεις από μια πολύ σύνθετη περίοδο, να τις διαχωρίσουν και να τις αναγνωρίσουν πλήρως.
Πότε-πότε ζητά από τα παιδιά να της δανείσουν τα βοηθήματα που χρησιμοποιούν και επιστρέφοντάς τα τα κρίνει:
-Το δικό σου δε μου άρεσε, Νίκο. Του Πάνου είναι καλύτερο.
(Το τμήμα για κακή της τύχη είναι πολύ υψηλού επιπέδου. Και για κακή του τύχη η φιλόλογος είναι αντιστρόφως ανάλογου επιπέδου. Κάποτε σε διαγώνισμα φέρνει ένα πατσαβούρι κακογραμμένο με σημειώσεις στο περιθώριο και δίνοντάς το ζητά συγνώμη:)
-Συγνώμη, αλλά χτες έβλεπα το αγαπημένο μου σίριαλ και έπιασα να το γράψω μετά τις 12 τα μεσάνυχτα.

ΤΙΠΟΤΕ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΪΟΝ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΜΟΥ ΟΥΤΕ ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΙΧΝΟΣ ΥΠΕΡΒΟΛΗΣ.

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Διδάσκοντας έκθεση: Κέρδη και ζημιές.

Τον πολύ παλιό εκείνο τον καιρό, αρχές της δεκαετίας του '80, δίδασκα έκθεση σε ένα φροντιστήριο της Αθήνας, έχοντας μόλις τελειώσει το πανεπιστήμιο.
Με αφορμή τη συζήτηση για το φετινό θέμα της έκθεσης, ήρθαν στο μυαλό μου δυο μαθήτριες από εκείνη την εποχή.
Η μία, ας την πούμε Ιωάννα, ήταν αστέρι στη Δεύτερη Δέσμη, πήγαινε για γιατρός (πέρασε κιόλας με την πρώτη στην Ιατρική Αθήνας) και σιχαινόταν την έκθεση. Μου το είπε από την πρώτη στιγμή που μπήκα στην τάξη, δηλώνοντάς μου κιόλας ότι δεν σκοπεύει να ασχοληθεί με το γράψιμο, ακόμα κι αν αυτό θα της στοιχίσει την εισαγωγή της στο πανεπιστήμιο. Περίμενε να της δώσω μαγική συνταγή πώς βελτιώνεσαι στο γράψιμο, ακούγοντας, διαβάζοντας, αλλά μη γράφοντας. Τότε της λέω κι εγώ. Με ποιο άθλημα ασχολείσαι; Με το μπάσκετ. Ήταν ένα ψηλό αθλητικό κορίτσι. Ωραία, Ιωάννα, από αύριο θα μου εξηγήσεις πώς παίζεται το μπάσκετ αναλυτικά. Πώς ρίχνουμε καλάθι, πώς κάνουμε τρίπλα. Όλα καταλεπτώς. Και μετά, θα μου φέρεις κι ένα βιβλίο καλό να το διαβάσω για εμπέδωση. Και μετά; Μου λέει εμβρόντητη. Ε, μετά θα έρθω να παίξω μαζί σου στον αγώνα. Πειράζει που τώρα, όταν μου ρίχνουν τη μπάλα του μπάσκετ, φοβάμαι και φεύγω;
Έβαλε τα γέλια και μου είπε ότι, αν δεν προπονηθώ πολύ, δεν θα μάθω να παίζω ούτε με νηπιαγωγείο.
Ε, κι εγώ ως προπονητής της έκθεσης, σου λέω ότι, αν δε λιώσεις το παντελόνι σου στην καρέκλα γράφοντας, δεν θα μάθεις ποτέ να γράφεις, όσο και να διαβάζεις, όσα σκονάκια και να σου δώσω εγώ.
Και τότε γυρνάει και μου λέει: "Κυρία, δίκιο έχετε, μα εγώ έχω απογοητευθεί, όλοι οι φιλόλογοι μου λένε ότι γράφω λίγα, δεν έχω ανάπτυξη, ούτε λεξιλόγιο. Γι' αυτό μου αρέσουν τα μαθηματικά, γιατί δεν θέλουν πολλά λόγια" Εκεί ακριβώς, της εξήγησα πόσο πλεονέκτημα το θεωρώ εγώ αυτό, ότι μου αρέσουν τα ουσιώδη και περιεκτικά κείμενα κι όχι τα σεντόνια μπουρδολογίας. Κι ότι υπάρχουν πολλοί μεγάλοι συγγραφείς λιτοί και περιεκτικοί. Δεν έκανα πολλά με την Ιωάννα, απλώς την ξετρόμαξα και ξεδίπλωσε στο χαρτί την υψηλή νοημοσύνη της, γράφοντας ένα ωραιότατο 18 σε μιάμιση σελίδα γραπτού. Τη θυμάμαι να βγαίνει από το εξεταστικό κέντρο τη χρονιά με το θέμα από τον Αντώνη Σαμαράκη για τη μοναξιά και να λάμπει από χαρά: "Κυρία, έκανα σχέδιο, δεδομένα- ζητούμενα και η διερεύνηση μου έβγαλε 5 αίτια!" Χαχαχα! Τα είχε μαθηματικοποιήσει όλα και τα αποδείκνυε σαν θεωρήματα.
Αυτή είναι μια γλυκιά ανάμνηση, αλλά η Γεωργία, η άλλη μου μαθήτρια, δεν είναι.
Η Γεωργία ήταν απόφοιτη λυκείου, είχε ξαναδώσει την προηγούμενη χρονιά και δεν είχε περάσει, αν και πολύ καλή μαθήτρια της Τρίτης Δέσμης. Ήταν ο ορισμός του χαρισματικού πλάσματος, έξυπνη, καλλιεργημένη, με ταλέντο στο γράψιμο, με διαβάσματα που θα τα ζήλευε απόφοιτος θεωρητικής σχολής στο πανεπιστήμιο. Πώς και δεν πέρασε; Είχε γράψει πολύ χάλια στην έκθεση! Ακολουθώντας την καλλιτεχνική της φύση, είχε εκφραστεί ελεύθερα και χωρίς κανόνες, είχε βγει πιθανότατα εκτός θέματος ή είχε προσπαθήσει να αντικρούσει τα δεδομένα του θέματος. Τα γραπτά της που πρωτοπήρα στα χέρια μου ήταν εκτός κλίματος πανελληνίων. Στην καλύτερη περίπτωση στοχαστικά δοκίμια, στη χειρότερη, πεζά ποιήματα. Άρχισα να την οριοθετώ, να τη μαζεύω, να της διδάσκω κανόνες και μέτρο. Τα αφομοίωσε όλα, είχε υψηλό στόχο και δεν είχε περιθώρια για λάθη. Με πείραζε καλοπροαίρετα (ήμασταν σχεδόν συνομήλικες), αλλά με άκουγε σαν να ήμουν 30 χρόνια μεγαλύτερη.
Πέρασε στη Φιλοσοφική Αθήνας, χάρηκα, χάρηκε. Μετά, μου έστειλε ένα γράμμα. Κάπου το έχω φυλαγμένο, αλλά έχω από τότε να το διαβάσω, γιατί με πόνεσε πολύ.
Μέσα από την ευγνωμοσύνη και την αγάπη της και με το χαριτωμένο χιούμορ της, μου έλεγε ότι κατόρθωσα να καλουπώσω τόσο πολύ το λόγο της, που πια δεν ήθελε να ξαναγράψει ελεύθερα. Εκείνη αστειευόταν, αλλά εγώ είχα πάντα την υποψία ότι μπορεί να στέρησα τη λογοτεχνία από μια μεγάλη συγγραφέα. Κι όχι τη μόνη ίσως.

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

ΠΟΤΕ ΜΗΝ ΠΕΙΣ!

Με αφορμή την ανάρτηση του ανεμόμυλου, "Συμβαίνει και στις καλύτερες τάξεις", θα σας διηγηθώ μια πολύ διδακτική ιστορία, που συνέβη σε ΤΕΕ του νησιού μου, πριν από αρκετά χρόνια. Την ίδια ιστορία αφηγήθηκα και στους μαθητές μου, για να τους δείξω πόσο εύκολο είναι να κατηγορήσουν άδικα έναν άνθρωπο, μόνο με βάση αστήρικτες υποψίες.
Ήρθε λοιπόν στο ΤΕΕ αυτό που δίδασκα κι εγώ για λίγες ώρες, ένας νεαρός μηχανολόγος από τη βόρειο Ελλάδα. Είχε όρεξη να κάνει καλή δουλειά, να αλλάξει το κλίμα στα εργαστηριακά μαθήματα, που όλοι τα έβλεπαν ως συνεργείο, μούντζα και χαλαρότητα. Επέβαλε να φέρνουν όργανα σχεδίου, να παρακολουθούν κανονικά, να κάνουν εργασίες. Οι μαθητές του ήταν όμως μεγάλοι σε ηλικία, μερικοί είχαν πάει φαντάροι, δούλευαν σε συνεργεία, είχαν μηχανές και δεν ήταν καθόλου πρόθυμοι, φαίνεται, να...συμμορφωθούν στα μαθήματα που θεωρούσαν του χεριού τους ή μάλλον του κατσαβιδιού τους.
Μια μέρα ένας από αυτούς τους μαθητές πήγε στην τάξη χωρίς όργανα και ο καθηγητής του ζήτησε να φύγει με απουσία, όπως είχε προειδοποιήσει. Αυτός είχε αντιρρήσεις, αντιμίλησε άσχημα στον καθηγητή του και έφυγε μέσα στην τσαντίλα. Την άλλη μέρα πρωί πρωί, βρέθηκε σπασμένο το αυτοκίνητο του συναδέλφου.
Στο γραφείο επικρατούσε πανικός. Ο καθηγητής απειλούσε θεούς και δαίμονες σε έξαλλη κατάσταση, όχι αδικαιολόγητα. Ήταν σίγουρος ότι ο μαθητής τον εκδικήθηκε και ετοιμαζόταν να ζητήσει την κεφαλή του επί πίνακι. Τον φωνάζουμε στο γραφείο και βλέπω ένα παιδί κίτρινο να αρνείται τα πάντα και να μην τον ακούει κανείς. Τον ήξερα, ήταν τσαμπουκάς, αλλά έντιμος και εξηγημένος, μπορεί να έκανε το πιο ακραίο πράγμα φανερά μέσα στα νεύρα του, αλλά δεν θα κτύπαγε πισώπλατα.
Τόλμησα τότε να πω στο συνάδελφο ιδιαιτέρως: "Γιώργο, εδώ λέμε ποτέ μην πεις και εννοούμε ποτέ να μην είσαι σίγουρος ότι φταίει κάποιος, αν δεν έχεις αποδείξεις."
Καταλαβαίνετε ότι εξέλαβε την παρέμβασή μου ως υπεράσπιση και μου φώναξε: "Ναι, ναι, κάτι τέτοια λέτε και τους κακομαθαίνετε! Σιγά μην έχω αμφιβολία!"
Πήγα στην τάξη σκασμένη. Δεν είχα όρεξη για μάθημα. Ήταν ένα τμήμα της Πρώτης ΤΕΕ, που δεν τον είχαν καν καθηγητή το Γιώργο. Είπα στα παιδιά πόσο χάλια νιώθω, πόσο ντρέπομαι που ήρθε ένας άνθρωπος από την άλλη άκρη της Ελλάδας στο νησί μας, να τους μάθει μηχανολογία κι όχι απλώς να περάσει την ώρα του και, επειδή θέλει να κάνει καλά τη δουλειά του, του σπάσαμε το αυτοκίνητο. Και ξέρουμε όλοι πόσο δύσκολο είναι σήμερα ένας μισθωτός να αγοράσει αυτοκίνητο. Κι όσο τα έλεγα αυτά, βλέπω ένα παιδάκι(που ήταν ορφανό από πατέρα) να σουρώνει και να βάζει τα κλάματα: "Κυρία, εγώ το έκανα! Εγώ το έσπασα το αυτοκίνητο!"
Είχα ακούσει καλά; "Γιατί, παιδί μου, εσύ ούτε τον ξέρεις τον άνθρωπο!"
"Γιατί έτσι μου ήρθε, ήθελα κι εγώ να έχω αυτοκίνητο να πάω μια βόλτα και δεν είχα!"
Τον πηγαίνω στο γραφείο και ομολογεί τα ίδια.
Και τότε φάνηκε η ποιότητα του βορειοελλαδίτη συναδέλφου. Όχι μόνο δεν ζήτησε να τιμωρηθεί το παιδί ή να του πληρώσει τα σπασμένα, αλλά από τότε το έβαζε στο αυτοκίνητο και πήγαιναν βόλτες σαν καλά φιλαράκια ή μάλλον σαν πατέρας και γιος.
Να είναι καλά και οι δυο τους, όπου και να βρίσκονται, και ο τρίτος που είχε κατηγορηθεί άδικα.
Αυτή ήταν τελικά μια πολύ χρήσιμη εμπειρία για όλους μας.