Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

Ο Φινλανδός επισκέπτης και το μάθημά του.

Στο νησί μας ήρθε κάποτε ένας Φινλανδός ελληνιστής, ο Γιούσι Κορχόνεν με την οικογένειά του. Φίλος συναδέλφου μου φιλολόγου, γρήγορα μας κέρδισε όλους με τα θαυμάσια ελληνικά του και την καλοσύνη του. Αν δεν ήξερες πως είναι Φινλανδός, εύκολα θα τον περνούσες για Έλληνα, και λόγω ιδιοσυγκρασίας και λόγω έφεσης στο καλό φαΐ, στο κρασάκι και στην παρέα.
Δίδασκε ελληνικά σε ένα φινλανδικό πανεπιστήμιο και έκανε ό,τι μπορούσε για να μπει στη νοοτροπία του αντικειμένου διδασκαλίας του (όχι πως δεν το διασκέδαζε κιόλας).
Εμείς σκεφθήκαμε να τον αξιοποιήσουμε, τον έφερα στην τάξη να μας διαβάσει αρχαία με ερασμιακή προφορά, και κανονίσαμε να μιλήσει με τους μαθητές και τους συναδέλφους σε μία ανοικτού τύπου συνέντευξη. Μίλησε λίγο για τη χώρα του, για τη δουλειά του, για τη χώρα μας και δέχθηκε πολλές ερωτήσεις από τα παιδιά και εμάς.
Ώσπου μας ήρθε η...κεραμίδα δια στόματος νεαρής φιλολόγου, που μόνο το νεαρό της ηλικίας της μπορεί να συγχωρέσει το ατόπημα προς τον φιλοξενούμενο:
"Εσείς μάθατε τόσο καλά τη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας, με κίνδυνο να απομακρυνθείτε από τη δική σας ταυτότητα, μήπως γιατί δεν έχετε και πολλά να χάσετε; Μήπως επειδή σας κέρδισε η αξία του δικού μας πολιτισμού;" Δεν μεταφέρω την ερώτηση κατά λέξη μετά από τόσα χρόνια, αλλά μόνο κατά προσέγγιση νοήματος. Μπορώ να μεταφέρω όμως αυτούσιο το συναίσθημα που κυριαρχούσε και μου ζήταγε να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Η αμηχανία ήταν έκδηλη σε όλους εκτός από τον Κορχονιάδη, όπως τον αποκαλούσαμε πια.
"Από την εποχή που γνώρισα τη γλώσσα σας και τον πολιτισμό σας, αγάπησα περισσότερο τη δική μου γλώσσα και κουλτούρα. Έτσι αγαπάς περισσότερο τον τόπο σου, όταν γνωρίσεις κι αγαπήσεις κι άλλους τόπους και πολιτισμούς" είπε χωρίς να δείξει την παραμικρή ενόχληση.
Έτσι, με πραγματικό πολιτισμό, που δεν είχε και δεν έχει σύνορα και ταυτότητα.