Τετάρτη 28 Μαΐου 2008

το λουκουμάκι

Γκρινιάζω συνεχώς για το χάλι της δημόσιας εκπαίδευσης, που έχει καταντήσει πλέον μόνο δημόσια. Σήμερα θα σας μιλήσω για το λουκουμάκι.
Είναι ο τίτλος (τιμής, ασφαλώς) που έχουν δώσει τα παιδιά μου στο Μενίδι σε μια αγαπημένη τους δασκάλα. Άλλα παρατσούκλια της: absolut, κυριούλα κτλ.
Την αγαπούν, γιατί τα νοιάζεται.
Τη λατρεύουν, γιατί το τηλέφωνό της χτυπά κάθε ώρα, όταν ξέρει ή αισθάνεται πως κάποιο παιδί δεν είναι καλά.
Την αγκαλιάζουν από αληθινή χαρά, όταν τη βλέπουν.
Την περικυκλώνουν στο γραφείο της και κουτσομπολεύουν ή συζητούν τα όνειρά τους για το σχολείο μας σπέρνοντας τριγύρω την απόλυτη ζήλια, τον τέλειο φθόνο σε λίγους ευτυχώς δήθεν δασκάλους.
Τη ρωτούν για τα παιδιά της και σκαρώνουν ζωγραφιές και παιχνιδάκια για εκείνα.
Την προσέχουν μην πάθει τίποτε, γιατί η παρουσία της είναι η δύναμή τους.
Σκυθρωπιάζουν όλα, όταν τη βλέπουν λυπημένη και απογοητευμένη.
Βγάζουν τα αιχμηρά δόντια τους, όταν κάποιος δήθεν συνάδελφος παραπονιέται για την αγάπη προς το πρόσωπό της.
Τη λατρεύουν, γιατί γλυκαίνει τη ζωή τους,
γιατί είναι το λουκουμάκι τους.

ΥΓ. Ο τίτλος οφείλεται στην κιμωλία που την κάνει κάτασπρη κάθε μέρα. Είναι όμως πολύ εύστοχος.

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

οι γυμνοσάλιαγκες

Αν έχετε ευαίσθητη ψυχή, μη συνεχίσετε το διάβασμα.
Θα περιγράψω ένα είδος "ανθρώπου" που παρασιτεί στο κουφάρι της δημόσιας εκπαίδευσης.
Διορίστηκε κάπου στην επαρχία, έμεινε εκεί λίγο, μέχρι να καταλάβει ότι δεν του ταιριάζει το σχολείο και αυτά τα βρομερά πιτσιρίκια κι έφυγε γρήγορα με απόσπαση "διά τας ανάγκας της υπηρεσίας" προς την Κεντρική Υπηρεσία του ΥΠΕΠΘ. Η μόνη ανάγκη που αντιλαμβάνομαι είναι η σωτηρία των μαθητών του, αλλά η υπηρεσία μάλλον άλλη εννοούσε.
Έμεινε χρόνια στην υπηρεσία, μέχρι να δικτυωθεί και να βρει μια θέση γραφείου σε διεύθυνση.
Αργότερα με καμάρι διηγούνταν: Στο υπουργείο ξυνόμασταν όλοι μαζί. Έπαιρνε κάποιος και ζητούσε τον κ. Τάδε ή ερχόταν και άφηνε μια αίτηση και μόλις έφευγε, την κάναμε σαίτα και στα σκουπίδια.
Παράλληλα ανακατεύτηκε και με την Ιερά Σύνοδο, καθότι βαθύς Χριστιανός. Οι πληροφορίες από μέσα για τα όργια του ενός μητροπολίτη και για τα μαχαιρώματα του άλλου υπέρ του τρίτου συνεχείς και με καμάρι να αναπαράγονται. Και όλα αυτά ασφαλώς με το αζημίωτο. Κι από εδώ και από εκεί εισπράξεις.
Με την τάξη καμία σχέση. ΕΥΤΥΧΩΣ, πρέπει να πούμε.
Αυτά τα ανθρωπάρια βυσσοδομούν και έρποντας γεμίζουν τον τόπο της δημόσιας εκπαίδευσης με τα λοιμωξιογόνα σάλια τους.
Ποιος μπορεί να μην ανακατευτεί; Να μη θυμώσει; να μην τα βροντήξει και να πει:
Άει στο διάολο, επιτέλους!

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Περί ελευθερίας

(Με αφορμή τις ωραίες ασκήσεις του συνιστολόγου μου για τους μαθητές του)

Πάνε πολλά χρόνια. Μόλις είχε πάρει πτυχίο και δούλευε (και πριν καλά καλά το πάρει) σε φροντιστήριο, διδάσκοντας έκθεση. Το τμήμα ήταν από τα πρώτα σε επίπεδο. Οι μαθητές, της πρώτης δέσμης, ήδη φοιτητές, που ξαναέδιναν την έκθεση, για να περάσουν σε καλύτερη σχολή (έτσι ήταν το σύστημα τότε).
Το θέμα εκείνη τη μέρα ήταν η ελευθερία. Η ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί ήταν εξόχως απορηματική, αφού ο καθένας επιχειρούσε να ορίσει την έννοια με το δικό του τρόπο κι αυτή τους ξέφευγε και ίπτατο ως "άπιαστο πουλί" πάνω από τα κεφάλια τους.
Η καθηγήτρια με το ζήλο και την αυτοπεποίθηση της νεοφώτιστης, όχι μόνο στο επάγγελμα, αλλά κυρίως στο μαρξισμό και στο διαλεκτικό υλισμό, κρυφοχαίρονταν που σε λίγο θα έβγαζε τον άσο από το μανίκι της.
Αρχίζει λοιπόν: Φανταστείτε ένα ψηλό βουνό, ανεβαίνετε μέχρι την κορυφή, κοιτάτε από ψηλά την υπέροχη θέα. Θέλετε να βγάλετε φτερά σαν τα πουλιά και να πετάξετε. Είστε ελεύθεροι να το κάνετε; Όχιιιιι! Γιατί; Θα γκρεμοτσακιστούμε! Τι σόι ελευθερία είναι να γκρεμοτσακίζεσαι; Παρ' όλα αυτά είστε ελεύθεροι να πετάξετε! Πώς; Γνωρίζοντας το νόμο της βαρύτητας, μαθαίνοντας τους νόμους και τις τεχνικές που διέπουν τις πτήσεις, μπορείτε να φτιάξετε μια πτητική μηχανή (από ανεμόπτερο μέχρι αεροπλάνο) και να πετάξετε. Η ελευθερία λοιπόν περνάει από τη γνώση της αναγκαιότητας. Φυσικής και κοινωνικής. Χωρίς αυτή τη γνώση και τη δυνατότητα που δίνει να υπερβούμε τη σιδερένια αναγκαιότητα, θα μείνει πάντα υποδουλωμένη σ' αυτήν. Όπερ έδει δείξαι, που λένε και οι συνάδελφοι μαθηματικοί.
Είχε λογαριάσει χωρίς τον ξενοδόχο. Όπου ξενοδόχος, ένα κοριτσάκι μικροκαμωμένο, αδύνατο, όλο μάτια. Σηκώνει το χέρι. "Και πού το ξέρετε, εσείς κυρία, ότι εγώ δεν είμαι ελεύθερη να πέσω από το βουνό; Πώς καθορίζετε εσείς τι είναι ελευθερία για μένα; Για μένα ελευθερία είναι ακριβώς αυτό, να ανέβω στο βουνό και να πέσω!"
Δεν ήταν απλώς μια μικρή αντιρρησίας που έκανε φιγούρα. Ό,τι έλεγε το εννοούσε απολύτως. Ήταν έτοιμη να ανέβει στο βουνό και να πέσει.
Πάγωσε.
Έχασε τα λόγια της, αυτή η αιωνίως ετοιμόλογη.
Ευτυχώς την έσωσε το κουδούνι.
Στο σχόλασμα η μικρή την πρόλαβε έξω στο δρόμο. "Συγνώμη, δεν ήθελα να σας φέρω σε δύσκολη θέση, όμως...αυτό που σας είπα το εννοώ."
Ήταν η αρχή μιας ωραίας φιλίας που κρατάει ακόμα. Το κοριτσάκι εκείνο, που τώρα έχει μια λαμπρή επιστημονική σταδιοδρομία και την έχει καμαρώσει σαν γύφτικο σκεπάρνι πολλές φορές, τότε είχε βρεθεί να δοκιμάζει τα όρια μιας ελευθερίας "χωρίς δίκτυ ασφαλείας", που η βολεμένη καθηγήτρια ούτε να φανταστεί δεν μπορούσε. Γιατί η ζωή είναι πολύ πιο σκληρή και αποτελεσματική δασκάλα και στο τι είναι τελικά ελευθερία.
Χάθηκαν για χρόνια κι όταν ξαναβρέθηκαν "τυχαία", ήταν τότε που κι αυτή πια ήταν έτοιμη να κάνει εκείνη την πτήση, χωρίς δίκτυ ασφαλείας, από το δικό της βουνό.

Παρασκευή 18 Απριλίου 2008

Μη κρίνετε ίνα μη...

Ο Σύλλογος αυτός ήταν μια ευτυχής συγκυρία. Πολλοί νέοι άνθρωποι,γεμάτοι αγάπη για τους μαθητές τους, με όρεξη για δουλειά, με ιδέες ωραίες και πρωτοβουλίες. Το σχολείο έγινε ένας χώρος δημιουργίας, μάθησης, χαράς. Κανένας από όσους το έζησαν δεν το "ξεπέρασε" ποτέ και πάντα, όταν βρεθούν μαθητές και καθηγητές, πέφτουν σε... βαριά νοσταλγία των ευτυχισμένων εκείνων ημερών.
Με μόνο μία...παραφωνία.
Το μαύρο προβατάκι μας τότε ήταν μια νεαρή φιλόλογος, που δεν φαίνονταν να ταιριάζει με το κλίμα. Ούτε στις συζητήσεις λάβαινε μέρος, ούτε στις προωθημένες παιδαγωγικές καινοτομίες, ούτε ακούσαμε ποτέ από αυτήν κάτι ενδιαφέρον. Έμοιαζε να την αφορά πιο πολύ η μόδα και η διασκέδαση από το σχολείο. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι μια φορά που ξιφουλκούσα κατά της παπαγαλίας γύρισε και μου είπε: "Εγώ τι να πω; Με παπαγαλία μπήκα στο πανεπιστήμιο, με παπαγαλία τέλειωσα και τώρα παπαγαλίζω για να κάνω μάθημα!"
Την συμπαθούσα πολύ, ήταν πολύ ζεστός άνθρωπος, αλλά δεν την είχα σε καμία υπόληψη ως συνάδελφο, ομολογώ.
Πέρασαν πολλά χρόνια, πάνω από δέκα.
Μια μέρα καθόμουν με μια μαθήτρια εκείνου του καιρού, με την οποία πια είχαμε γίνει φίλες, αφού δεν είχαμε και μεγάλη διαφορά ηλικίας, και λέγαμε για τα παλιά. Τι μου είπε λοιπόν; "Όσοι μπαίνατε τότε στην τάξη μας ήσασταν πολύ καλοί καθηγητές, ο ένας καλύτερος από τον άλλο, αλλά μία ξεχώριζε. Η τάδε!" Έμεινα έκπληκτη, μόνο αυτό το όνομα δεν περίμενα να ακούσω. Το μαύρο προβατάκι μας έπαιρνε την εκδίκησή του δέκα χρόνια μετά.
"Ναι, ήταν η καλύτερη. Κρεμόμασταν από τα χείλη της. Διηγούνταν υπέροχα, μας εξηγούσε και τα πιο δύσκολα, μας άκουγε με προσοχή, δεν θέλαμε να τελειώσει το μάθημα!"
Ποτέ δεν θα το φανταζόμουν αυτό και σίγουρα κανένας δεν θα μπορούσε. Έξω από το "χορό" της τάξης πολλά τραγούδια ξέρουμε όλοι. Τελικά κανένας δεν ξέρει τι συμβαίνει εκεί, αν δεν μπει να "χορέψει". Μεγάλο μάθημα και μεγάλο συγνώμη για την άξια συνάδελφο, έστω και με τόση καθυστέρηση.

Σάββατο 5 Απριλίου 2008

Το πιο βαρύ φορτίο

Σε μέρη μικρά και απομακρυσμένα, το σχολείο δεν είναι μόνο φορέας εκπαίδευσης και παιδείας, αλλά κυρίως και πρώτιστα, χώρος κοινωνικοποίησης και αποτρεπτικό της απομόνωσης και της περιθωριοποίησης για τα νέα παιδιά, που ζουν πολλές φορές μακριά από τις κωμοπόλεις, μόνα τους σε ένα χωριουδάκι.
Αυτή ήταν η περίπτωση της Μ. Ζούσε σε ένα ορεινό χωριουδάκι, το πιο απομακρυσμένο της περιοχής, είχε τελειώσει μονοθέσιο δημοτικό και μας ήρθε στο Γυμνάσιο σε απελπιστική κατάσταση. Τώρα πια μπορούμε να το ορίσουμε ως κοινωνική καθυστέρηση, τότε όμως μόνο το ουσιαστικό ξέραμε, όχι τον επιθετικό προσδιορισμό.
Τελοσπάντων, με τα χίλια ζόρια και με πολλή αγάπη και υποστήριξη, κατάφερε κάποια στιγμή να τελειώσει το γυμνάσιο η Μ. Επειδή ήμασταν γυμνάσιο με λυκειακές τάξεις, συνέχιζαν οι μαθητές μας να είναι μαζί μας και στο λύκειο.
Μόλις πήρε το απολυτήριο, η μαμά της λοιπόν μας βρήκε όλους στο γραφείο και μας είπε: "Η Μ θέλει να έρθει και στο λύκειο. Σας αγαπάει όλους πολύ."
Λες και έπεσε βόμβα! Σχεδόν εν χορώ της απαντήσαμε όλοι: "Μα, πώς θα γίνει αυτό; Εδώ ξέρετε τι αγώνας έγινε για να τελειώσει το γυμνάσιο. Τι θα κάνει στο λύκειο, που είναι δύσκολα και εμείς προχωράμε με πιο εντατικό ρυθμό; Καλύτερα να μάθει μια τέχνη, να πάει σε μια επαγγελματική σχολή!"
Είχαμε την πετριά του νεοφώτιστου...φροντιστή όλοι. Πώς θα ετοιμάσουμε τα αλογάκια μας για την κούρσα των πανελληνίων, πώς θα δικαιωθούμε ως καλοί καθηγητές. Τώρα, ένα αλογάκι κουτσό μας ήτανε εμπόδιο, όσο να πεις.
Κανείς εχέφρων δεν βρέθηκε να μας πει, "αφήστε την να είναι μαζί σας 3 χρόνια ακόμη, τι θα σας κάνει με την παρουσία της; Θα πέσει έξω η Μεγάλη του Γένους Σχολή;"
Η Μ δεν ήρθε κι εμείς βαυκαλιζόμασταν με την ιδέα ότι την πήγαν στην Αθήνα σε καμιά σχολή, οι φτωχοί αγρότες γονείς της. Κούνια που μας κούναγε!
Την είδα σε λίγους μήνες στην κωμόπολη. Ήταν τουλάχιστον 10 κιλά πιο παχιά, με κατεβασμένο κεφάλι, ατημέλητη, με χαμένο βλέμμα.
Φαίνονταν σχεδόν να μη με γνωρίζει, μου μίλησε μουδιασμένα.
Εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι αυτό θα με συνοδεύει ασήκωτο σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Το απιθώνω για λίγο εδώ, αλλά μόνο για λίγο.

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2008

ο εφιάλτης του εκπαιδευτικού

Όποιος ισχυριστεί πως υπάρχει κακό παιδί, κακός χαρακτήρας, θα έχει διαπράξει ολίσθημα. Κανένα παιδί δε γεννιέται κακό. Μπορεί όμως ορισμένες φορές να εμφανίζεται συμπεριφορά ενός σχολικού τμήματος που να θυμίζει κακά παιδιά, κακούς χαρακτήρες. Και σε αυτήν όμως την περίπτωση τα μεμονωμένα παιδιά είναι καλής πάστας, αλλά απαράδεκτης συμπεριφοράς ως σύνολο.
Ποιος ευθύνεται για μια τέτοια συμπεριφορά; Ας δούμε ένα παράδειγμα, για να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας.
Μαζεύτηκαν κάποτε από το χέρι της θεάς τύχης μερικά παιδιά φτωχικών, μέσων και ελάχιστων υψηλότερων οικονομικά οικογενειών σε ένα τμήμα, ας το ονομάσουμε Α5. Λίγο η εξάρτηση από την τηλεόραση, λίγο οι αποσαθρωμένες οικογένειες, λίγο η εφηβική επανάσταση συνέβαλαν, ώστε το τμήμα αυτό να αποκλίνει από τη συμπεριφορά που θα ήθελαν οι γονείς των μαθητών και ίσως ο σύλλογος διδασκόντων του σχολείου τους.
Τα πρώτα σύννεφα δεν άργησαν να φανούν. Και δεν εννοούμε ασφαλώς ότι μείωσαν την προθυμία και τη διάθεσή τους για διάβασμα. Εννοούμε ότι γρήγορα από την αδιαφορία για το μάθημα πέρασαν στην εμφάνιση μιας έντονα προβληματικής συμπεριφοράς με αυθάδεια, απουσίες, φασαρία κατά την ώρα του μαθήματος και ανόητες πράξεις που ταίριαζαν μάλλον σε προνήπια παρά σε λυκειόπαιδα.
Πώς αντιμετωπίστηκε το πρόβλημα;
Θα σας περιγράψω τι δεν έγινε.
α) Κανείς γονιός δεν ενημερώθηκε ότι το παιδί του αδιαφορεί για το σχολείο.
β) Κανένα παιδί δε διώχτηκε από το σχολείο.
γ) Σχεδόν κανένα παιδί δεν έμεινε στην ίδια τάξη ως αποτέλεσμα της αδιαφορίας του για το μάθημα και το σχολείο.
δ) Καμία εκδρομή δεν έχασε ούτε ένας μαθητής.
ε) Κανένας μαθητής δεν πήρε μείωση διαγωγής.
στ) Κανένας γονιός δε σταμάτησε να πληρώνει φροντιστηριακά μαθήματα ή ιδιαίτερα για το γόνο του που τεμπέλιαζε.
Πέρασαν λοιπόν τα χρόνια και το Α5 έγινε Β5 και ακολούθως Γ5. Τα προβλήματα στη συμπεριφορά των "μαθητών" συνέχισαν να μεγαλώνουν. Η συμπεριφορά του σχολείου εξακολούθησε να είναι ανοχή, ανοχή, ανοχή. Τα προσχήματα πολλά, αλλά η στάση ίδια.
Σιγά-σιγά όμως αυτή η συμπεριφορά επεκτάθηκε και παγιώθηκε και στα άλλα τμήματα και στις άλλες τάξεις με αποτέλεσμα οι συνθήκες διδασκαλίας των διδασκόντων, αυτών τουλάχιστον που ήθελαν να προσφέρουν, να καταστούν απαράδεκτες. Ακόμη η εικόνα αυτής της ασυδοσίας έγινε γνωστή και έξω από το σχολείο με αποτέλεσμα όλα τα μπουμπούκια της ευρύτερης περιοχής να επιθυμούν να σπουδάσουν στο συγκεκριμένο σχολείο.
Οι διδάσκοντες πλέον του σχολείου παίρνουν ψυχοφάρμακα ή ζητούν να αλλάξουν σχολείο.
Ποιος ευθύνεται για αυτήν την κατάσταση;
Οι διδάσκοντες, βέβαια, που φοβήθηκαν να στερήσουν ορισμένα "αγαθά" από τα μπουμπούκια που άφησαν να ανθίσουν στον κόρφο τους.
Ας πρόσεχαν και ας κάνουν υπομονή. Η σύνταξη πλησιάζει.

Κυριακή 16 Μαρτίου 2008

Η αποβολή

Δεν ήταν και το πιο ήσυχο παιδί του σχολείου. Της άρεσαν τα πειράγματα, οι πλάκες, οι φάρσες. Όταν βαριόταν το μάθημα, εκεί στο τελευταίο θρανίο, είχε όλα τα εφόδια, ένα μικρό ραδιάκι, μια τράπουλα, αμυγδαλάκια-φουντουκάκια, και όταν αυτά δεν αρκούσαν, άφηναν τις τσάντες με την υπόλοιπη παλιοπαρέα, έπαιρναν το λεωφορείο και πήγαιναν τουρισμό στα χωριά γύρω από τη Χώρα. Μια φορά είχαν αποσώσει στο νεκροταφείο να περιεργάζονται τα μνήματα με τις ωραίες επιτύμβιες πλάκες και να σχολιάζουν με το υπέροχο θράσος της εφηβείας που δεν ψηφά θανάτους και τέτοια πεζά.
Κανονικά, θα έπρεπε να είχε πάρει 10 αποβολές, αλλά κάπως τα κατάφερνε να τη βγάζει καθαρή. Είναι που ήταν η καλή μαθήτρια ή που έδειχνε καλό κορίτσι υπεράνω υποψίας;
Μακάρι να έπαιρνε μια τέτοια αποβολή να έχει κάτι να θυμάται από τις νεανικές της τρέλες.
Η νέμεσις όμως ήρθε στο πρόσωπο ενός γέρου με κόκκινα σαν βαμμένα μαλλιά, κοντού και κοκαλιάρη, με απαίσιο χαμόγελο- μάσκα που άφηνε κάτι δόντια χρυσά και κίτρινα να σε φοβερίζουν με δική τους θαρρείς πρωτοβουλία. Αυτό το οντάριο, τον Γενικό Επιθεωρητή, το έτρεμαν όλοι, μαθητές και καθηγητές, ακόμα κι ο Λυκειάρχης, ο αυστηρός μεν, εξαιρετικός δε φιλόλογος, που τους είχε αρχαία. (Τα αρχαία τα λάτρευε και ήξερε ότι ήταν η αγαπημένη του μαθήτρια, αν και ήταν φειδωλός και στα λόγια και στους βαθμούς.)
Ο Επιθεωρητής δεν μπήκε στην ώρα του Λυκειάρχη, μπήκε στην ώρα της ιστορίας με κάποιον άλλο καθηγητή, που ήταν τρομοκρατημένος και μετέδιδε απόλυτα τον τρόμο του και στα παιδιά. Πού να τολμήσεις έστω να κοιτάξεις το διπλανό σου, δεν αναπνέαμε καν!
Εκείνη είχε συνάχι και συνεχώς σκούπιζε τη μύτη της που έτρεχε, όταν ακούει: "Δεσποινίς, περάστε έξω!" Το κίτρινο ανθρωπάκι την κοίταζε ανέκφραστο και νόμιζε ότι σταμάτησε ο χρόνος. Πήγε να ρωτήσει γιατί και σκόνταψε πάλι πάνω στο απολιθωμένο πρόσωπο:"Έξω!" Δεν θυμάται πώς βγήκε, πού πήγε, τι σκεπτόταν. Έμεινε μόνο η συνάντηση με το παράλογο, το παράλογα άδικο. Κανείς δεν είχε καταλάβει τι συνέβη, μα πίστευαν πως πάει τέλειωσε.
Λάθος!
Μόλις έφυγε ο Επιθεωρητής-ο θρασύδειλος-άφησε εντολή να αποβληθεί για 4 ή 5 μέρες-εδώ έχει κενό η μνήμη. Ήρθε ο Λυκειάρχης κατάχλωμος στην τάξη και το ανακοίνωσε: Είπε: "Μας άφησε εντολή να σε αποβάλουμε, γιατί γέλασες!" κανένα σχόλιο, κανένα ηθικοπλαστικό κήρυγμα, νουθεσίες και απειλές όπως συνηθίζονταν τότε.
Εκεί είναι που έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Ποτέ άλλοτε τόσα χρόνια, δεν θυμάται να γεύτηκε τόσο πικρή αδικία, να ένιωσε τόσο ανίσχυρη, ανυπεράσπιστη.
Πήγε στο χωριό της στη μάνα της με τα κλάματα , αλλά εκείνη, που έπλενε στη βρύση του χωριού, την έστρωσε κατευθείαν σε μια τρικούβερτη μπουγάδα και ήταν η καλύτερη παρηγοριά που μπορούσε να της δώσει.
Όταν γύρισε στο σχολείο, έμαθε τι είχε συμβεί. Οι συμμαθητές της έκαναν αποχή με τη βοήθεια των καθηγητών τους "μέχρι ο μαθηματικός, ο κέρβερος, μας έδωσε την ώρα να μαζέψουμε υπογραφές" και ο Λυκειάρχης, κι αυτός άλλο που δεν ήθελε, πήρε πίσω την αποβολή και δεν επηρέασε διαγωγή κλπ (ήταν τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια και το κλίμα στα σχολεία δεν ήταν και πολύ διαφορετικό από τη χούντα)
Το περίεργο είναι ότι υπήρξε και "δικαίωση":
Ο Επιθεωρητής ξαναήλθε, στο τέλος της χρονιάς, στην Αντιγόνη, που έκαναν με τον Λυκειάρχη. Ήταν μία ρεβάνς του καθηγητή της γιατί όλο δύσκολα τη ρώταγε και κάθε που απαντούσε γελούσαν και τα μουστάκια του.
Στο τέλος τη φώναξαν στο γραφείο και ο Επιθεωρητής της ζήτησε συγνώμη!
Θυμάται ότι το μόνο που ήθελε ήταν να του ρίξει μπουνιά στη μούρη ή να βάλει τα κλάματα.
Δεν έκανε τίποτε από τα δύο.
Απλώς, δεν μίλησε. Κοίταγε αυτά τα σιχαμερά χαρακτηριστικά σαν να ήθελε να τα καταγράψει ανεξίτηλα μέσα της και το κατάφερε. Κάθε φορά που δεν είναι βέβαιη για κάτι, κάθε φορά που ασκεί εξουσία σε κάποιον αδύνατο, θυμάται αυτό το πέτρινο πρόσωπο και επιτρέπει στην αμφιβολία να διώξει τη βεβαιότητα.