Μια ιστορία σήμερα από τον πολύ παλιό καιρό του φροντιστηρίου.
Είχα ένα πολύ καλό τμήμα στην Τρίτη λυκείου, που τους δίδασκα αρχαία ελληνική θεματογραφία. Στο σχολείο στο ίδιο μάθημα είχαν το πιο βαρύ πυροβολικό των φιλολόγων, έναν καθηγητή με μεγάλη υπόληψη και κύρος. Έτσι, όταν μου έφεραν το θέμα που τους είχε βάλει στο διαγώνισμα, δίστασα πολύ πριν τους πω ότι έχω διαφορετική άποψη για ένα δύσκολο συντακτικό φαινόμενο. Διαπίστωσα όμως πως και τα παιδιά είχαν δώσει την ίδια απάντηση με μένα και τους την πήρε λάθος. Δεν βασίστηκα τότε μόνο στη δική μου άποψη, αλλά ζήτησα τα φώτα του έμπειρου φιλολόγου του φροντιστηρίου. Συμφώνησε μαζί μου και τότε οι μαθήτριές μας αποφάσισαν να επιμείνουν στο καθηγητή τους και να του ζητήσουν να θεωρήσει τουλάχιστον και τη δική τους απάντηση ως σωστή. Ανένδοτος εκείνος, τις έδιωξε με σκαιό τρόπο και τις απείλησε με μείωση βαθμολογίας. Τους είπαμε να μην επιμείνουν, δεν θα βρουν άκρη, μόνο τον μπελά τους θα βρουν. Για την ώρα... Μου είπαν αινιγματικά. Θα δείτε, η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο.
Είχαν μάθει ότι η μόνη μαθήτρια που είχε απαντήσει "σωστά" έκανε ιδιαίτερο με τον κύριο καθηγητή και είχε τα θέματα "αγορασμένα". (Ναι υπάρχουν κι αυτές οι κατάπτυστες τακτικές στο δημόσιο σχολείο, δυστυχώς...)
Πέρασε η χρονιά και, όταν πήραν το απολυτήριο τα κορίτσια, (τότε πρώτα τελείωνες το σχολείο και μετά έδινες πανελλήνιες) και, ενώ ο καθηγητής τους συνέχιζε να παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα στη συμμαθήτριά τους για τις πανελλήνιες, παραφύλαξαν κάτω από το σπίτι της, είδαν το αυτοκίνητό του και τον περίμεναν στην είσοδο. Στημένες εκεί, αμίλητες, αγέλαστες, απλώς τον κοίταξαν να περνάει μπροστά τους πελιδνός, ηττημένος...
Του το χρωστούσαμε, κυρία, όχι για το διαγώνισμα και το βαθμό, αλλά γιατί αυτός ο άνθρωπος μας δίδασκε Αντιγόνη μια ολόκληρη χρονιά και μας μίλαγε για ηθικό χρέος και ηθικό ανάστημα. Αυτό που δεν θα του συγχωρήσουμε ποτέ, είναι πως άλλα δίδασκε και άλλα έκανε.
Παρασκευή 28 Μαΐου 2010
Παρασκευή 21 Μαΐου 2010
Δυο μάτια γεμάτα δάκρυα
Την περασμένη εβδομάδα άρχισαν οι πανελλήνιες εξετάσεις με τη Νεοελληνική Γλώσσα. Ήμουν στις εξετάσεις των Φυσικώς Αδυνάτων ή Φ.Α. Με αυτήν τη γελοιότητα αναφερόμαστε σε ορισμένα παιδιά που διακρίνονται για ξεχωριστά προσόντα και έχουν δυσγραφία, τενοντίτιδα, δυσορθογραφία κτλ. Κάθε άλλο παρά φυσικώς αδύνατοι δεν είναι. Θα τους έλεγα αφύσικα δυνατούς. Για ένα τέτοιο παιδί θα σας μιλήσω.
Είχαμε ήδη εξετάσει πέντε αγόρια και περιμένοντας να έρθει το επόμενο παιδί βγήκα στο διάδρομο, να τεντωθώ λίγο και να ξεμουδιάσω. Στην άλλη άκρη του διαδρόμου, εκεί από όπου έρχονταν τα παιδιά για εξέταση βλέπω να έρχονται ο συνάδελφος του διαδρόμου με ένα κορίτσι. Το κορίτσι σε κάθε πόρτα που συναντούσε έμπαινε λίγο και προσπαθούσε να κρυφτεί. Προφανώς από μένα που με έβλεπε στο τέλος του διαδρόμου να την περιμένω. Φτάνοντας σε εμένα συνέχισε μερικά βήματα ζητώντας με πολλή ευγένεια συγνώμη.
Μπήκα μέσα και κάθισα δίπλα στους δυο συναδέλφους της επιτροπής. Μπήκε λοιπόν και η κοπελιά, κάθισε και αμέσως είδα τα μάτια της να γυαλίζουν και ταχύτατα να γίνονται δυο λεκάνες από δάκρυα. Για δευτερόλεπτα τα δάκρυα στέκονταν στις οφθαλμικές κόγχες και δεν έλεγαν να κυλήσουν.
Βιαστικά και πανκοβλημένος έβγαλα ένα χαρτομάντιλο και της πρόσφερα λέγοντας δυο κουβέντες συμπαράστασης και ακουμπώντας το βραχίονά της.
Με πολλή ευγένεια ζήτησε πάλι συγνώμη και μια μικρή παράταση, για να αρχίσει η εξέταση. Πράγματι ηρέμησε και άρχισε να μας αναπτύσσει το διαγώνισμα. Με το ένα χέρι κρατούσε το τετράδιο και με το άλλο συνόδευε τα λόγια της. Είχε ρητορική δεινότητα, είχε άνεση στο λόγο, είχε εύστοχες απαντήσεις, είχε τεράστιες δυνατότητες και τις έδειχνε.
Την άκουγα προσεκτικά και την έβλεπα με καμάρι.
Όταν τελείωσε, ήθελα να τη σφίξω στην αγκαλιά μου και να τη συγχαρώ.
Δεν επιτρεπόταν όμως.
Ήθελα να τη χειροκροτήσω.
Δεν επιτρεπόταν όμως.
Γι' αυτό γράφω αυτό το σημείωμα. Για να τη συγχαρώ μέσα από την ανωνυμία.
Και κυρίως για να προτρέψω τα παιδιά που εξετάζονται προφορικά ή γραπτά να μη δειλιάζουν.
Όποιος έχει προετοιμαστεί επαρκώς δεν έχει τίποτε να φοβηθεί.
Άγνωστή μου κοπελιά, καλή συνέχεια και πάντα δυνατή.
Στις εξετάσεις και στις δοκιμασίες της ζωής σου αργότερα.
Είχαμε ήδη εξετάσει πέντε αγόρια και περιμένοντας να έρθει το επόμενο παιδί βγήκα στο διάδρομο, να τεντωθώ λίγο και να ξεμουδιάσω. Στην άλλη άκρη του διαδρόμου, εκεί από όπου έρχονταν τα παιδιά για εξέταση βλέπω να έρχονται ο συνάδελφος του διαδρόμου με ένα κορίτσι. Το κορίτσι σε κάθε πόρτα που συναντούσε έμπαινε λίγο και προσπαθούσε να κρυφτεί. Προφανώς από μένα που με έβλεπε στο τέλος του διαδρόμου να την περιμένω. Φτάνοντας σε εμένα συνέχισε μερικά βήματα ζητώντας με πολλή ευγένεια συγνώμη.
Μπήκα μέσα και κάθισα δίπλα στους δυο συναδέλφους της επιτροπής. Μπήκε λοιπόν και η κοπελιά, κάθισε και αμέσως είδα τα μάτια της να γυαλίζουν και ταχύτατα να γίνονται δυο λεκάνες από δάκρυα. Για δευτερόλεπτα τα δάκρυα στέκονταν στις οφθαλμικές κόγχες και δεν έλεγαν να κυλήσουν.
Βιαστικά και πανκοβλημένος έβγαλα ένα χαρτομάντιλο και της πρόσφερα λέγοντας δυο κουβέντες συμπαράστασης και ακουμπώντας το βραχίονά της.
Με πολλή ευγένεια ζήτησε πάλι συγνώμη και μια μικρή παράταση, για να αρχίσει η εξέταση. Πράγματι ηρέμησε και άρχισε να μας αναπτύσσει το διαγώνισμα. Με το ένα χέρι κρατούσε το τετράδιο και με το άλλο συνόδευε τα λόγια της. Είχε ρητορική δεινότητα, είχε άνεση στο λόγο, είχε εύστοχες απαντήσεις, είχε τεράστιες δυνατότητες και τις έδειχνε.
Την άκουγα προσεκτικά και την έβλεπα με καμάρι.
Όταν τελείωσε, ήθελα να τη σφίξω στην αγκαλιά μου και να τη συγχαρώ.
Δεν επιτρεπόταν όμως.
Ήθελα να τη χειροκροτήσω.
Δεν επιτρεπόταν όμως.
Γι' αυτό γράφω αυτό το σημείωμα. Για να τη συγχαρώ μέσα από την ανωνυμία.
Και κυρίως για να προτρέψω τα παιδιά που εξετάζονται προφορικά ή γραπτά να μη δειλιάζουν.
Όποιος έχει προετοιμαστεί επαρκώς δεν έχει τίποτε να φοβηθεί.
Άγνωστή μου κοπελιά, καλή συνέχεια και πάντα δυνατή.
Στις εξετάσεις και στις δοκιμασίες της ζωής σου αργότερα.
Σάββατο 8 Μαΐου 2010
Στα παιδιά μου
Μέσα στις βαριές μέρες που ζούμε ως χώρα, ως εργαζόμενοι, ως σκεπτόμενοι άνθρωποι, μέρες που δε μας αφήνουν να χαμογελάσουμε ούτε για μια στιγμή, δέχτηκα ένα βραβείο από τα παιδιά μου, από ένα τμήμα αγαπημένων παιδιών. Ήταν μια από τις πρώτες ώρες που δίδασκα λογοτεχνία και 3-4 παιδιά σιγομιλούσαν το ένα στο άλλο. Τότε τους εξήγησα τι κάνουμε την ώρα της λογοτεχνίας και πιο συγκεκριμένα τα λίγα λεπτά που διαβάζω για πρώτη φορά ένα λογοτεχνικό κείμενο. Τους είπα λοιπόν περίπου τα εξής:
Την ώρα που πρωτοδιαβάζουμε ένα κείμενο το μόνο που επιτρέπεται να γίνει χωρίς αναβολή είναι να πεθάνει κανείς. Όλα τα άλλα αναβάλλονται. Και όταν χρειάστηκε να επανέλθω μια φορά, για να τους επιστήσω την προσοχή, τους είπα: Εμένα την ώρα του μαθήματος μπορείτε να μη με σέβεστε. Το λογοτεχνικό κείμενο όμως όχι.
Αυτή η φράση θεωρήθηκε άξια βράβευσης. Νομίζω πως με το βραβείο βραβεύτηκε η λογοτεχνία, ο πολιτισμός αυτού του κακοπαθημένου τόπου.
Εκ μέρους των πνευματικών ανθρώπων αυτού του τόπου απευθύνω στα παιδιά μου αυτό που πρέπει:
Ευχαριστώ, παίδες!
Την ώρα που πρωτοδιαβάζουμε ένα κείμενο το μόνο που επιτρέπεται να γίνει χωρίς αναβολή είναι να πεθάνει κανείς. Όλα τα άλλα αναβάλλονται. Και όταν χρειάστηκε να επανέλθω μια φορά, για να τους επιστήσω την προσοχή, τους είπα: Εμένα την ώρα του μαθήματος μπορείτε να μη με σέβεστε. Το λογοτεχνικό κείμενο όμως όχι.
Αυτή η φράση θεωρήθηκε άξια βράβευσης. Νομίζω πως με το βραβείο βραβεύτηκε η λογοτεχνία, ο πολιτισμός αυτού του κακοπαθημένου τόπου.
Εκ μέρους των πνευματικών ανθρώπων αυτού του τόπου απευθύνω στα παιδιά μου αυτό που πρέπει:
Ευχαριστώ, παίδες!
Κυριακή 18 Απριλίου 2010
Δυο λαμπερά χαμόγελα
Οι άνθρωποι γύρω μου απορούν πώς δεν κουράζομαι, ενώ δουλεύω τόσες ώρες. Τόσες σημαίνει πολλές, πάρα πολλές. Σήμερα θα σας εξηγήσω το γιατί.
Δίδασκα τη Χίμαιρα χρόνια πολλά. Ναι, μη με βλέπετε παράξενα. Έχω διδάξει τη Χίμαιρα και την Αυγούλα. Μια βραδιά ανοιξιάτικη, βγαίνοντας από την ουρανομήκη κατοικία όπου βρίσκεται το ενδιαίτημα της Αυγούλας -πώς αλλιώς θα ξεπρόβαλλε κάθε πρωί να μας φωτίσει- συναντώ το γνωστό χαμογελαστό δίδυμο, την Ε. και την Κ.
Μαθήτριές μου δεν υπήρξαν ποτέ. Όμως είχα διακρίνει στο προαύλιο την ευγένεια και την καλοσύνη που εξέπεμπαν κάθε στιγμή. Ο καθένας βέβαια θα διέκρινε τέτοια χαρακτηριστικά στα δυο αυτά παιδιά. Ή σχεδόν ο καθένας. Γιατί υπάρχουν πάντα και ... τιμητικές εξαιρέσεις. (Ενδεικτικά αναφέρω πως η Κ., στην οποία θα εμπιστευόμουν ό,τι ιερότερο έχω, να το φυλάξει, τιμωρήθηκε με διήμερη ή τριήμερη αποβολή, γιατί ζήτησε από την κυρία καθηγήτρια να μη φωνάζει ακριβώς πάνω από το αφτί της.)
Χαμόγελα, χειραψίες, σύντομη ανταλλαγή των νέων μας, ερωτήσεις για την αγαπημένη τους καθηγήτρια (την οποία "έθαψα" παρεμπιπτόντως) και μια φωτογραφία, για να τις δείξω στη δασκάλα τους.
Φέτος τις βλέπω μερικές φορές μέσα στο άγχος των εξετάσεων. Ελληνικά εξαιρετικά, σχεδόν αλάνθαστα, χαμόγελο επίμονο παρά το στρες και την άθλια πραγματικότητα που τις περιβάλλει. Δίψα για μάθηση ακόρεστη, επιθυμία για σπουδές μεγάλη (το μόνο εξασφαλισμένο είναι οι σπουδές) αλλά και προβληματισμός.
Προβληματισμός για την ταυτότητά τους. Τα δυο χαμόγελα δεν ξέρουν πού ανήκουν. Δεν ξέρουν πού να θελήσουν να ανήκουν. Εδώ αντιμετώπισαν περιορισμένο -αλλά βαθιά προσβλητικό- ρατσισμό για την καταγωγή τους. Στη χώρα καταγωγής τους τις φωνάζουν Ελληνίδες και τις θεωρούν ξένες. Μου εκμυστηρεύονται πως δε νιώθουν ούτε Ελληνίδες ούτε Αλβανίδες, γιατί και οι δυο τόποι τις έχουν πληγώσει. Αυτό το συναίσθημα μου θυμίζει τον πατέρα μου (από Κωνσταντινούπολη, Ανατολική Θράκη και Τραπεζούντα) που νήπιο ήρθε εδώ και το ξεβρίδι του ήταν Τουρκόσπορος.
Ως δάσκαλος βλέπω πως, αν κατορθώσει αυτός ο λεηλατημένος από τους Έλληνες τόπος να ενσωματώσει αγκαλιάζοντας αυτά τα ανθρώπινα στολίδια και πολλά παρόμοια που μεγαλώνουν εδώ, ίσως στο μέλλον μπορέσει να ξαναχαμογελάσει.
Πολύ φοβάμαι, όμως, πως η Αμερική, η Αγγλία, η Γαλλία θα απαγάγουν αυτά τα στολίδια και θα τα κάνουν δικά τους αφήνοντας εμάς στη μιζέρια που βαλτώνει την καθημερινή μας άθλια πραγματικότητα.
Δίδασκα τη Χίμαιρα χρόνια πολλά. Ναι, μη με βλέπετε παράξενα. Έχω διδάξει τη Χίμαιρα και την Αυγούλα. Μια βραδιά ανοιξιάτικη, βγαίνοντας από την ουρανομήκη κατοικία όπου βρίσκεται το ενδιαίτημα της Αυγούλας -πώς αλλιώς θα ξεπρόβαλλε κάθε πρωί να μας φωτίσει- συναντώ το γνωστό χαμογελαστό δίδυμο, την Ε. και την Κ.
Μαθήτριές μου δεν υπήρξαν ποτέ. Όμως είχα διακρίνει στο προαύλιο την ευγένεια και την καλοσύνη που εξέπεμπαν κάθε στιγμή. Ο καθένας βέβαια θα διέκρινε τέτοια χαρακτηριστικά στα δυο αυτά παιδιά. Ή σχεδόν ο καθένας. Γιατί υπάρχουν πάντα και ... τιμητικές εξαιρέσεις. (Ενδεικτικά αναφέρω πως η Κ., στην οποία θα εμπιστευόμουν ό,τι ιερότερο έχω, να το φυλάξει, τιμωρήθηκε με διήμερη ή τριήμερη αποβολή, γιατί ζήτησε από την κυρία καθηγήτρια να μη φωνάζει ακριβώς πάνω από το αφτί της.)
Χαμόγελα, χειραψίες, σύντομη ανταλλαγή των νέων μας, ερωτήσεις για την αγαπημένη τους καθηγήτρια (την οποία "έθαψα" παρεμπιπτόντως) και μια φωτογραφία, για να τις δείξω στη δασκάλα τους.
Φέτος τις βλέπω μερικές φορές μέσα στο άγχος των εξετάσεων. Ελληνικά εξαιρετικά, σχεδόν αλάνθαστα, χαμόγελο επίμονο παρά το στρες και την άθλια πραγματικότητα που τις περιβάλλει. Δίψα για μάθηση ακόρεστη, επιθυμία για σπουδές μεγάλη (το μόνο εξασφαλισμένο είναι οι σπουδές) αλλά και προβληματισμός.
Προβληματισμός για την ταυτότητά τους. Τα δυο χαμόγελα δεν ξέρουν πού ανήκουν. Δεν ξέρουν πού να θελήσουν να ανήκουν. Εδώ αντιμετώπισαν περιορισμένο -αλλά βαθιά προσβλητικό- ρατσισμό για την καταγωγή τους. Στη χώρα καταγωγής τους τις φωνάζουν Ελληνίδες και τις θεωρούν ξένες. Μου εκμυστηρεύονται πως δε νιώθουν ούτε Ελληνίδες ούτε Αλβανίδες, γιατί και οι δυο τόποι τις έχουν πληγώσει. Αυτό το συναίσθημα μου θυμίζει τον πατέρα μου (από Κωνσταντινούπολη, Ανατολική Θράκη και Τραπεζούντα) που νήπιο ήρθε εδώ και το ξεβρίδι του ήταν Τουρκόσπορος.
Ως δάσκαλος βλέπω πως, αν κατορθώσει αυτός ο λεηλατημένος από τους Έλληνες τόπος να ενσωματώσει αγκαλιάζοντας αυτά τα ανθρώπινα στολίδια και πολλά παρόμοια που μεγαλώνουν εδώ, ίσως στο μέλλον μπορέσει να ξαναχαμογελάσει.
Πολύ φοβάμαι, όμως, πως η Αμερική, η Αγγλία, η Γαλλία θα απαγάγουν αυτά τα στολίδια και θα τα κάνουν δικά τους αφήνοντας εμάς στη μιζέρια που βαλτώνει την καθημερινή μας άθλια πραγματικότητα.
Τετάρτη 14 Απριλίου 2010
Η εξαιρετική... εξαίρεση
Με αφορμή την προηγούμενη ανάρτηση για τη νηπιαγωγό με το κραγιόν που συζητήθηκε και αρνητικά, θυμήθηκα μια πολύ ενδιαφέρουσα δημοσίευση που είχα διαβάσει πολλά χρόνια πριν, από γνωστή παιδοψυχολόγο, που αρθρογραφούσε τότε σε μεγάλης κυκλοφορίας έντυπο. Δεν αναφέρω το όνομά της, γιατί φοβάμαι μην με προδώσει η μνήμη ως προς την ακριβή παρουσίαση των γεγονότων. Την ουσία τους όμως τη θυμάμαι πολύ καλά, γιατί μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση το άρθρο.
Αναφέροταν στο θεσμό της ανάδοχης μητέρας και συγκεκριμένα στην περίπτωση μιας εξαιρετικής γυναίκας,που έχοντας μεγαλώσει τα δικά της παιδιά, αναλάμβανε ως ανάδοχη μητέρα τις πιο δύσκολες περιπτώσεις. Της έδιναν παιδιά κακοποιημένα, σωματικά και ψυχικά, με ψυχικά προβλήματα, με δυσκολίες προσαρμογής, και είχε τον τρόπο να δρα θεραπευτικά σ' αυτές τις ψυχούλες, ξεπερνώντας τις προσδοκίες και τις προβλέψεις των ειδικών.
Όταν λοιπόν έφτασε στα χέρια των κοινωνικών υπηρεσιών ένα αγοράκι με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα λόγω κακοποίησης, το έδωσαν στη γυναίκα αυτή και, όπως γίνεται σ' αυτές τις περιπτώσεις, όρισαν μια συνάντηση μετά από ένα χρονικό διάστημα, για να παρακολουθήσουν την εξέλιξή του.
Συναντήθηκαν λοιπόν ένα επιτελείο ειδικών, παιδοψυχολόγος, παιδοψυχίατρος, κοινωνική λειτουργός, με την ανάδοχη μητέρα και το 4χρονο παιδάκι. Σχεδόν δυσκολεύτηκαν να αναγνωρίσουν στο ζωηρό και χαρούμενο παιδί, το τρομαγμένο και αμίλητο πλάσμα που είχαν παραδώσει στη γυναίκα. Εκείνο έβλεπαν και πάθαιναν να το κάνουν έστω και να τους κοιτάξει, τώρα δεν μπορούσαν να κάνουν τη δουλειά τους από τα τρεχαλητά και τις ευτυχισμένες φωνούλες του μπόμπιρα. Ανέλαβε λοιπόν η μαμά να το ησυχάσει, λέγοντάς του: "Κάτσε ήσυχος, Γιώργο, μη σου κόψω το πουλάκι!" Γελώντας ο Γιώργος ασχολήθηκε λίγο πιο ήσυχα με τα παιχνίδια του, ενώ οι ειδικοί είχαν πάθει την πλάκα της ζωής τους!
Κοιτάζονταν άναυδοι, συνειδητοποιώντας ότι μόλις πριν από λίγα λεπτά η θεραπευτική μητέρα είχε χρησιμοποιήσει την πιο ανεπίτρεπτη απειλή για τη διαπαιδαγώγηση ενός αγοριού για όποιον έχει τελειώσει έστω και τον πρώτο μήνα των σπουδών του στην ψυχολογία. Και σίγουρα δεν ήταν η πρώτη φορά, αφού δεν έδειχνε καθόλου ένοχη ή προβληματισμένη!
Κι όμως αυτή η γυναίκα με την...ανορθόδοξη τακτική είχε προσφέρει βοήθεια σε παιδιά πολύ καλύτερη από πολλούς ειδήμονες. Εννοείται ότι θα δόθηκαν οι αναγκαίες συμβουλές και εξηγήσεις, αλλά σίγουρα αυτό που έμεινε από όλη αυτή την ιστορία και στην αρθρογράφο παιδοψυχολόγο ήταν το πόσο σχετικά είναι όλα όσα αφορούν τον άνθρωπο και πόσο αναγκαίο είναι όσοι τον φροντίζουν να αποφεύγουν τους αφορισμούς και τις συνταγές και να εντρυφούν με αγάπη ακόμα και στα λάθη τους.
Αναφέροταν στο θεσμό της ανάδοχης μητέρας και συγκεκριμένα στην περίπτωση μιας εξαιρετικής γυναίκας,που έχοντας μεγαλώσει τα δικά της παιδιά, αναλάμβανε ως ανάδοχη μητέρα τις πιο δύσκολες περιπτώσεις. Της έδιναν παιδιά κακοποιημένα, σωματικά και ψυχικά, με ψυχικά προβλήματα, με δυσκολίες προσαρμογής, και είχε τον τρόπο να δρα θεραπευτικά σ' αυτές τις ψυχούλες, ξεπερνώντας τις προσδοκίες και τις προβλέψεις των ειδικών.
Όταν λοιπόν έφτασε στα χέρια των κοινωνικών υπηρεσιών ένα αγοράκι με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα λόγω κακοποίησης, το έδωσαν στη γυναίκα αυτή και, όπως γίνεται σ' αυτές τις περιπτώσεις, όρισαν μια συνάντηση μετά από ένα χρονικό διάστημα, για να παρακολουθήσουν την εξέλιξή του.
Συναντήθηκαν λοιπόν ένα επιτελείο ειδικών, παιδοψυχολόγος, παιδοψυχίατρος, κοινωνική λειτουργός, με την ανάδοχη μητέρα και το 4χρονο παιδάκι. Σχεδόν δυσκολεύτηκαν να αναγνωρίσουν στο ζωηρό και χαρούμενο παιδί, το τρομαγμένο και αμίλητο πλάσμα που είχαν παραδώσει στη γυναίκα. Εκείνο έβλεπαν και πάθαιναν να το κάνουν έστω και να τους κοιτάξει, τώρα δεν μπορούσαν να κάνουν τη δουλειά τους από τα τρεχαλητά και τις ευτυχισμένες φωνούλες του μπόμπιρα. Ανέλαβε λοιπόν η μαμά να το ησυχάσει, λέγοντάς του: "Κάτσε ήσυχος, Γιώργο, μη σου κόψω το πουλάκι!" Γελώντας ο Γιώργος ασχολήθηκε λίγο πιο ήσυχα με τα παιχνίδια του, ενώ οι ειδικοί είχαν πάθει την πλάκα της ζωής τους!
Κοιτάζονταν άναυδοι, συνειδητοποιώντας ότι μόλις πριν από λίγα λεπτά η θεραπευτική μητέρα είχε χρησιμοποιήσει την πιο ανεπίτρεπτη απειλή για τη διαπαιδαγώγηση ενός αγοριού για όποιον έχει τελειώσει έστω και τον πρώτο μήνα των σπουδών του στην ψυχολογία. Και σίγουρα δεν ήταν η πρώτη φορά, αφού δεν έδειχνε καθόλου ένοχη ή προβληματισμένη!
Κι όμως αυτή η γυναίκα με την...ανορθόδοξη τακτική είχε προσφέρει βοήθεια σε παιδιά πολύ καλύτερη από πολλούς ειδήμονες. Εννοείται ότι θα δόθηκαν οι αναγκαίες συμβουλές και εξηγήσεις, αλλά σίγουρα αυτό που έμεινε από όλη αυτή την ιστορία και στην αρθρογράφο παιδοψυχολόγο ήταν το πόσο σχετικά είναι όλα όσα αφορούν τον άνθρωπο και πόσο αναγκαίο είναι όσοι τον φροντίζουν να αποφεύγουν τους αφορισμούς και τις συνταγές και να εντρυφούν με αγάπη ακόμα και στα λάθη τους.
Δευτέρα 5 Απριλίου 2010
Το κραγιόν
Ήτανε μια φορά ένα κοριτσάκι πολύ χαϊδεμένο από την οικογένειά του, για να μην το πούμε κακομαθημένο.
Όταν ήρθε η ώρα να πάει στο προνήπιο, καθόλου δεν ενθουσιάστηκε που βρέθηκε σε ένα μέρος όπου δεν μπορούσε να βασιλεύει απόλυτα και άρχισε τις κοπάνες με ένα σωρό δικαιολογίες. Μια μέρα το άκουσε η μαμά του να λέει στη φίλη του, που επίσης έκανε κοπάνα: "Είσαι να αρραβωνιαστούμε κατευθείαν και να μην πάμε καθόλου σχολείο;" Και οι...γαμπροί είχαν κιόλας βρεθεί από τις ταχύρρυθμες παρακολουθήσεις του νηπιαγωγείου.
Η δασκάλα συμβούλευε τη μητέρα να μην επιμένει πολύ και με το καλό θα συνηθίσει σιγά σιγά. Τότε χρειάστηκε να φύγει σε επιμόρφωση εκείνη η δασκάλα και να έρθει μια άλλη, πολύ νέα και πολύ περιποιημένη. Το κοριτσάκι που ήτανε πολύ κοκέτικο την είδε διαφορετικά και δέχτηκε επιτέλους να πάει στο σχολείο. Ε, από εκείνη την ημέρα δεν ξαναέλειψε. Χαίροταν τόσο να πηγαίνει, γιατί η δασκάλα του έκανε όλα τα χατήρια, μέχρι του έβαζε από το λαμπερό κόκκινο κραγιόν της κι αυτό γύριζε πασαλειμμένο και ενθουσιασμένο στο σπίτι.
Ακόμα τη θυμάται με πολλή αγάπη, γιατί αυτή, με τον...ανορθόδοξο ίσως τρόπο της, το έκανε να αγαπήσει το σχολείο και να βγει από το κάστρο που το είχε κλείσει η υπερβολική αγάπη της οικογένειάς του, για να μην την πούμε υπερπροστασία.
Όταν ήρθε η ώρα να πάει στο προνήπιο, καθόλου δεν ενθουσιάστηκε που βρέθηκε σε ένα μέρος όπου δεν μπορούσε να βασιλεύει απόλυτα και άρχισε τις κοπάνες με ένα σωρό δικαιολογίες. Μια μέρα το άκουσε η μαμά του να λέει στη φίλη του, που επίσης έκανε κοπάνα: "Είσαι να αρραβωνιαστούμε κατευθείαν και να μην πάμε καθόλου σχολείο;" Και οι...γαμπροί είχαν κιόλας βρεθεί από τις ταχύρρυθμες παρακολουθήσεις του νηπιαγωγείου.
Η δασκάλα συμβούλευε τη μητέρα να μην επιμένει πολύ και με το καλό θα συνηθίσει σιγά σιγά. Τότε χρειάστηκε να φύγει σε επιμόρφωση εκείνη η δασκάλα και να έρθει μια άλλη, πολύ νέα και πολύ περιποιημένη. Το κοριτσάκι που ήτανε πολύ κοκέτικο την είδε διαφορετικά και δέχτηκε επιτέλους να πάει στο σχολείο. Ε, από εκείνη την ημέρα δεν ξαναέλειψε. Χαίροταν τόσο να πηγαίνει, γιατί η δασκάλα του έκανε όλα τα χατήρια, μέχρι του έβαζε από το λαμπερό κόκκινο κραγιόν της κι αυτό γύριζε πασαλειμμένο και ενθουσιασμένο στο σπίτι.
Ακόμα τη θυμάται με πολλή αγάπη, γιατί αυτή, με τον...ανορθόδοξο ίσως τρόπο της, το έκανε να αγαπήσει το σχολείο και να βγει από το κάστρο που το είχε κλείσει η υπερβολική αγάπη της οικογένειάς του, για να μην την πούμε υπερπροστασία.
Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010
Ο παππούς Γιωργάκης
Πώς να χωρέσει μέσα σε λέξεις η πιο αντιφατική προσωπικότητα που γνώρισα στην εκπαίδευση και ίσως η πιο συναρπαστική;
Ιδιότυπο αναρχικό χιούμορ (χαρακτηριστική φράση του για το σχόλασμα "να παιανίσουμε τα αποχωρητήρια"), σχολαστικότητα γραφειοκρατική (μήνες μου έδειχνε πώς να φτιάχνω αντίγραφα και να βάζω σφραγίδες κι αμφιβάλλω αν έμεινε ποτέ ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα), συντηρητικές πολιτικές απόψεις (λάτρευε τη Φρειδερίκη και δεν πίστευε ότι υπήρξε Πολυτεχνείο), καλλιτεχνική φύση, δημιουργούσε πάνω στα βότσαλα, σε κομμάτια μάρμαρο,σε πέτρες (ακόμα έχω στολισμένα αυτά που μου χάρισε), αυταρχικός και κολλημένος με το νόμο, αλλά όταν συγκρουστήκαμε κατά μέτωπο για ένα λόγο που δεν ήθελε να πω, ήταν ο πρώτος που μου μίλησε μετά τη...ρήξη, συνδύαζε γνώση φιλολόγου παλιάς κοπής και καλλιέργεια εκλεπτυσμένου αστού.
Σήμερα που ήρθαν τα νηπιαγωγάκια στο σχολείο τον θυμήθηκα. Του άρεσε να πηγαίνει στο νηπιαγωγείο,να βάζει το πόδι στο άνοιγμα της πόρτας και να λέει: "Παιδιά, ποιος είμαι η μαμά κατσικούλα ή ο παππούς Γιωργάκης;" Και τα μικρά να φωνάζουν όλα μαζί: "Ο παππούς Γιωργάκης, ο παππούς Γιωργάκης!" Σαν να ήθελε να το ακούει έστω κι έτσι, αφού δεν είχε ελπίδα να το ακούσει κανονικά, σαν γεροντοπαλίκαρο που ήταν. Α, και πώς επιβεβαίωσε την απόφασή του να μην παντρευτεί; Μαζί με έναν φίλο του γεροντοπαλίκαρο επίσης, ψάχνανε μια φορά σε μια γκαρνταρόμπα τα παλτά των γυναικών και σε όλα σχεδόν βρίσκανε ξηλωμένες τις θηλίτσες-κρεμασταράκια. Μόνο τα δικά τους παλτά των εργένηδων ήταν περιποιημένα, οπότε..."Καλά κάναμε, τι τις θέλουμε τις γυναίκες;"
Τι τράβηξε όμως ο δυστυχής από τον θίασό του, όπως μας έλεγε!
Διοριστήκαμε το '85 και ήμασταν όλοι από 25 μέχρι 29, μόνο ο άνδρας μιας συναδέλφου που ήρθε με συνυπηρέτηση ήταν λίγο μεγαλύτερος. Όλοι αριστερών τάσεων, μερικοί και πολύ αριστερών. Άπειροι, επίμονοι, γεμάτοι μεγαλοϊδεατισμό, ασυμβίβαστοι, απείθαρχοι. Δεν θα ξεχάσω μια μέρα που βγήκε να κάνει μια ανακοίνωση στα παιδιά με την οποία δεν συμφωνούσαμε και, όταν το πήραμε είδηση, αρχίσαμε να φωνάζουμε ότι δεν συμφωνεί ο σύλλογος, μπροστά στους μαθητές.
Γρήγορα σχετικά προσαρμόστηκε στις συνθήκες, δεν μας κοντράριζε, διατηρούσε το ανεπανάληπτο χιούμορ του σε κάθε αντιξοότητα και σιγά σιγά έγινε ένας από μας. Τον αγαπήσαμε τον παππού Γιωργάκη. Του σταθήκαμε όταν αρρώστησε, εξακολουθήσαμε να τον βλέπουμε όλοι μαζί στην Αθήνα και να του τηλεφωνούμε. Στο μαιευτήριο που ήρθε να με δει όταν γέννησα, αφού μου είπε με τη γνωστή του μεγαλοπρέπεια: "Ερζεγοβίνη, ούτε ένα γιο δεν κατάφερες να κάνεις,μωρή κακούργα!", μου φόρεσε το δαχτυλίδι του,που το έχω ακόμα, μετά, αφού τον τσίγκλησα κι εγώ κατάλληλα, άρχισε μια παράσταση πολιτικής ακρότητας, διανθισμένης με χιούμορ και λεκτικές ακροβασίες, και βρήκε πρόθυμο ακροατήριο ανάμεσα σε επισκέπτες και προσωπικό,που γέμισαν ασφυκτικά το δωμάτιό μου.
Όταν έφυγε από τη ζωή, χάσαμε το συνδετικό μας κρίκο, την κόλλα που μας κράταγε ενωμένους. Χαθήκαμε. Σκορπίσαμε. Πάντα όμως όταν βρεθούμε, τον ανασταίνουμε στις κουβέντες μας τον παππού Γιωργάκη και μας χαρίζει το ίδιο απλόχερο γέλιο που μας χάριζε μαζί με τα ζωγραφιστά του βότσαλα.
(Αν κάποιος από την παλιά φρουρά τύχει να διαβάσει αυτές τις γραμμές- Αντώνη Χαραχούση, Μαργαρίτα Ντάβαρη, Χριστίνα Κιούση, Βίκυ Πασιά, Γιάννη Μηλίγγο, Παντελή Γιασιτζόγλου, Ειρηνούλα Σώτα, Ελένη Τσενόγλου- ας αρχίσει να καταγράφει αναμνήσεις από το Γιώργο Σταματόπουλο, τον παππού Γιωργάκη, να του κάνουμε ένα αφιέρωμα, όπως του ταιριάζει)
Ιδιότυπο αναρχικό χιούμορ (χαρακτηριστική φράση του για το σχόλασμα "να παιανίσουμε τα αποχωρητήρια"), σχολαστικότητα γραφειοκρατική (μήνες μου έδειχνε πώς να φτιάχνω αντίγραφα και να βάζω σφραγίδες κι αμφιβάλλω αν έμεινε ποτέ ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα), συντηρητικές πολιτικές απόψεις (λάτρευε τη Φρειδερίκη και δεν πίστευε ότι υπήρξε Πολυτεχνείο), καλλιτεχνική φύση, δημιουργούσε πάνω στα βότσαλα, σε κομμάτια μάρμαρο,σε πέτρες (ακόμα έχω στολισμένα αυτά που μου χάρισε), αυταρχικός και κολλημένος με το νόμο, αλλά όταν συγκρουστήκαμε κατά μέτωπο για ένα λόγο που δεν ήθελε να πω, ήταν ο πρώτος που μου μίλησε μετά τη...ρήξη, συνδύαζε γνώση φιλολόγου παλιάς κοπής και καλλιέργεια εκλεπτυσμένου αστού.
Σήμερα που ήρθαν τα νηπιαγωγάκια στο σχολείο τον θυμήθηκα. Του άρεσε να πηγαίνει στο νηπιαγωγείο,να βάζει το πόδι στο άνοιγμα της πόρτας και να λέει: "Παιδιά, ποιος είμαι η μαμά κατσικούλα ή ο παππούς Γιωργάκης;" Και τα μικρά να φωνάζουν όλα μαζί: "Ο παππούς Γιωργάκης, ο παππούς Γιωργάκης!" Σαν να ήθελε να το ακούει έστω κι έτσι, αφού δεν είχε ελπίδα να το ακούσει κανονικά, σαν γεροντοπαλίκαρο που ήταν. Α, και πώς επιβεβαίωσε την απόφασή του να μην παντρευτεί; Μαζί με έναν φίλο του γεροντοπαλίκαρο επίσης, ψάχνανε μια φορά σε μια γκαρνταρόμπα τα παλτά των γυναικών και σε όλα σχεδόν βρίσκανε ξηλωμένες τις θηλίτσες-κρεμασταράκια. Μόνο τα δικά τους παλτά των εργένηδων ήταν περιποιημένα, οπότε..."Καλά κάναμε, τι τις θέλουμε τις γυναίκες;"
Τι τράβηξε όμως ο δυστυχής από τον θίασό του, όπως μας έλεγε!
Διοριστήκαμε το '85 και ήμασταν όλοι από 25 μέχρι 29, μόνο ο άνδρας μιας συναδέλφου που ήρθε με συνυπηρέτηση ήταν λίγο μεγαλύτερος. Όλοι αριστερών τάσεων, μερικοί και πολύ αριστερών. Άπειροι, επίμονοι, γεμάτοι μεγαλοϊδεατισμό, ασυμβίβαστοι, απείθαρχοι. Δεν θα ξεχάσω μια μέρα που βγήκε να κάνει μια ανακοίνωση στα παιδιά με την οποία δεν συμφωνούσαμε και, όταν το πήραμε είδηση, αρχίσαμε να φωνάζουμε ότι δεν συμφωνεί ο σύλλογος, μπροστά στους μαθητές.
Γρήγορα σχετικά προσαρμόστηκε στις συνθήκες, δεν μας κοντράριζε, διατηρούσε το ανεπανάληπτο χιούμορ του σε κάθε αντιξοότητα και σιγά σιγά έγινε ένας από μας. Τον αγαπήσαμε τον παππού Γιωργάκη. Του σταθήκαμε όταν αρρώστησε, εξακολουθήσαμε να τον βλέπουμε όλοι μαζί στην Αθήνα και να του τηλεφωνούμε. Στο μαιευτήριο που ήρθε να με δει όταν γέννησα, αφού μου είπε με τη γνωστή του μεγαλοπρέπεια: "Ερζεγοβίνη, ούτε ένα γιο δεν κατάφερες να κάνεις,μωρή κακούργα!", μου φόρεσε το δαχτυλίδι του,που το έχω ακόμα, μετά, αφού τον τσίγκλησα κι εγώ κατάλληλα, άρχισε μια παράσταση πολιτικής ακρότητας, διανθισμένης με χιούμορ και λεκτικές ακροβασίες, και βρήκε πρόθυμο ακροατήριο ανάμεσα σε επισκέπτες και προσωπικό,που γέμισαν ασφυκτικά το δωμάτιό μου.
Όταν έφυγε από τη ζωή, χάσαμε το συνδετικό μας κρίκο, την κόλλα που μας κράταγε ενωμένους. Χαθήκαμε. Σκορπίσαμε. Πάντα όμως όταν βρεθούμε, τον ανασταίνουμε στις κουβέντες μας τον παππού Γιωργάκη και μας χαρίζει το ίδιο απλόχερο γέλιο που μας χάριζε μαζί με τα ζωγραφιστά του βότσαλα.
(Αν κάποιος από την παλιά φρουρά τύχει να διαβάσει αυτές τις γραμμές- Αντώνη Χαραχούση, Μαργαρίτα Ντάβαρη, Χριστίνα Κιούση, Βίκυ Πασιά, Γιάννη Μηλίγγο, Παντελή Γιασιτζόγλου, Ειρηνούλα Σώτα, Ελένη Τσενόγλου- ας αρχίσει να καταγράφει αναμνήσεις από το Γιώργο Σταματόπουλο, τον παππού Γιωργάκη, να του κάνουμε ένα αφιέρωμα, όπως του ταιριάζει)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
