Ήταν και οι δύο μαθητές μου στο ίδιο τμήμα. Με την ίδια ακριβώς επιμέλεια,το ίδιο απαράμιλλο ήθος και τον ίδιο ακριβώς βαθμό ανταπόκρισης στις απαιτήσεις των μαθήματων μου. Διέφεραν όμως πολύ ως προς τις δυνατότητες, γιατί ο ένας ήταν αυτό που λέμε χαρισματικό παιδί, με πολύ υψηλή νοημοσύνη, ωριμότητα και γνώση σε πλήρη αναντιστοιχία και με τους καλύτερους της ηλικίας του. Τα κείμενά του, οι αναλύσεις του, η προσπέλαση του αρχαίου λόγου, δεν διέφεραν σε τίποτε από αυτά ενός αριστούχου της τρίτης λυκείου θεωρητικής κατεύθυνσης. Η άλλη ήταν μια εξαιρετική μαθήτρια, αλλά μέσα στα πλαίσια που ορίζει η ηλικία της και οι διδακτικές απαιτήσεις που απευθύνονται σ' αυτήν.
Στη βαθμολογία τούς ξεχώρισα, όπως είναι φυσικό. Κανείς δεν θα περίμενε να βάλω και στους δύο είκοσι- γιατί εγώ βάζω είκοσι, δεν το έχω για μένα, όπως έχω ακούσει να λέγεται βλακωδώς- θα έπρεπε να τους διαφοροποιήσω, να μην τους ισοπεδώσω.
Κάποια μέρα όμως, διέκρινα μια απογοήτευση στη μαθήτριά μου: "Κυρία, δεν έχω βελτιωθεί; Σε τι θα μπορούσα να τα πάω καλύτερα;"
Την καθησύχασα, της είπα πως είμαι πολύ ευχαριστημένη μαζί της και θα ήθελα να συνεχίσει έτσι, γιατί δεν υστερεί σε τίποτε.
Γυρνώντας σπίτι, με κτύπησε η σκέψη ότι την είχα αδικήσει. Αν δεν ήταν στην τάξη μου ο χαρισματικός συμμαθητής της, θα είχε πάρει σίγουρα το 20, γιατί πληρούσε σε δύο τουλάχιστον μαθήματα, όλες τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που είχα θέσει.
Απλώς, αβασάνιστα, η ύπαρξη του...25 στερούσε από αυτήν το άριστα που της ανήκε.
Φαντάζεστε την έκπληξή της, όταν την κάλεσα και της είπα ότι την είχα αδικήσει κι ότι θα επανόρθωνα στο άλλο τρίμηνο.
Της είπα ακόμη πως αυτό που θέλω να της μείνει από αυτή την ιστορία είναι πόσο σημαντικό είναι να λέμε τη γνώμη μας, να διεκδικούμε ευγενικά το δίκιο μας, ακόμα κι από ανθρώπους που θεωρούμε ανώτερους και φοβόμαστε να τους αμφισβητήσουμε.
Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009
Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009
Το σκονάκι
Αρχή μου είναι πάντα να μην επιτρέπω την αντιγραφή. Μπορώ να "περάσω" ένα παιδί που έχει αξεπέραστες ή παραμελημένες μαθησιακές δυσκολίες, αλλά δεν θέλω να επιβραβεύσω με την ανοχή μου ή με τα "στραβά μάτια", όποιον προσπαθεί να περάσει αντιγράφοντας.
Μια φορά η αρχή μου αυτή δοκιμάστηκε σκληρά.
Η μαθήτρια με το σκονάκι ήταν μια από τις πιο επιμελείς που είχα στην τάξη μου, παρά το πρόβλημα υγείας που είχε. Πήγαινε συχνά στην Αθήνα για μεταγγίσεις, γιατί έπασχε από μεσογειακή αναιμία, με συνέπεια να χάνει αρκετές ώρες μαθήματος. Όλοι τη διαβεβαίωναν ότι δεν υστερεί καθόλου στην απόδοσή της, χωρίς την παραμικρή επιείκεια, αλλά εκείνη, φαίνεται, δεν το πίστευε.
Και έκανε σκονάκι.
Το είδε η επιτηρήτρια και ήρθε να μου το πει, πριν να κάνει οτιδήποτε. Τι κάνουμε τώρα;
Αν το είχαν δει κι άλλοι μαθητές; Αν και η ίδια καταλάβει ότι την είδαμε και την αφήσαμε; Από την άλλη με τι καρδιά να μονογράψεις την κόλλα ενός παιδιού, που ούτως ή άλλως θα έγραφε πολύ καλύτερα από πολλούς συμμαθητές του, που δεν είχαν το πρόβλημά του;
Και τότε, σκέφθηκα να μην κάνω τα στραβά μάτια, αλλά ούτε να εφαρμόσω το νόμο, που πρόβλεπε βαθμολογία με μονάδα.
Παίρνουμε το σκονάκι και της λέμε ότι διαγράφουμε την άσκηση που αναφέροταν σ' αυτό. Το υπόλοιπο γραπτό της έτσι κι αλλιώς ήταν άψογο.
Εκείνη τη στιγμή το θεώρησα ως καλύτερη λύση, αλλά μετά από τόσα χρόνια και τόσες εμπειρίες, δεν είμαι πια τόσο σίγουρη.
Μια φορά η αρχή μου αυτή δοκιμάστηκε σκληρά.
Η μαθήτρια με το σκονάκι ήταν μια από τις πιο επιμελείς που είχα στην τάξη μου, παρά το πρόβλημα υγείας που είχε. Πήγαινε συχνά στην Αθήνα για μεταγγίσεις, γιατί έπασχε από μεσογειακή αναιμία, με συνέπεια να χάνει αρκετές ώρες μαθήματος. Όλοι τη διαβεβαίωναν ότι δεν υστερεί καθόλου στην απόδοσή της, χωρίς την παραμικρή επιείκεια, αλλά εκείνη, φαίνεται, δεν το πίστευε.
Και έκανε σκονάκι.
Το είδε η επιτηρήτρια και ήρθε να μου το πει, πριν να κάνει οτιδήποτε. Τι κάνουμε τώρα;
Αν το είχαν δει κι άλλοι μαθητές; Αν και η ίδια καταλάβει ότι την είδαμε και την αφήσαμε; Από την άλλη με τι καρδιά να μονογράψεις την κόλλα ενός παιδιού, που ούτως ή άλλως θα έγραφε πολύ καλύτερα από πολλούς συμμαθητές του, που δεν είχαν το πρόβλημά του;
Και τότε, σκέφθηκα να μην κάνω τα στραβά μάτια, αλλά ούτε να εφαρμόσω το νόμο, που πρόβλεπε βαθμολογία με μονάδα.
Παίρνουμε το σκονάκι και της λέμε ότι διαγράφουμε την άσκηση που αναφέροταν σ' αυτό. Το υπόλοιπο γραπτό της έτσι κι αλλιώς ήταν άψογο.
Εκείνη τη στιγμή το θεώρησα ως καλύτερη λύση, αλλά μετά από τόσα χρόνια και τόσες εμπειρίες, δεν είμαι πια τόσο σίγουρη.
Δευτέρα 25 Μαΐου 2009
Διδάσκοντας-σκοτώνοντας αρχαία στο γυμνάσιο
-Καλημέρα, παιδιά.
Ας δούμε το παρακάτω μάθημα. Διάβασε, Γιώργο (ο απουσιολόγος).
(Ο Γιώργος διαβάζει.)
-Μετάφρασε, Γιώργο.
(Ο Γιώργος, πολύ υπεύθυνος και ξέροντας ότι θα του ζητηθεί να παραδώσει, έχει μελετήσει και προετοιμάσει το επόμενο μάθημα. Είμαστε στη Γ΄ Γυμνασίου ενός Γυμνασίου του Αιγάλεω. Αρχίζει τη μετάφραση, αλλά σε ένα σημείο κομπιάζει.)
-Συνέχισε, Γιώργο. μετΈφρασε και το υπόλοιπο!
-Δεν το ξέρω, κυρία. Συγνώμη!
-Καλά, δεν πειράζει, Γιώργο. Ποιος θα μεταφράσει;
(Κανείς δεν προτίθεται. Προσπαθεί η ίδια, αλλά δεν τα καταφέρνει, γιατί χτες το βράδυ έβλεπε το αγαπημένο της σίριαλ, όπως τους είπε ευθαρσώς.)
-Καλά. Πάρτε το σαν άσκηση για το σπίτι. Πάμε στα λεξιλογικά.
(Πάλι τα ίδια σε μια …δύσκολη λέξη.)
-Βρείτε την ετυμολογία της λέξης στο σπίτι.
…….
Την εποχή του διαγωνίσματος απαιτεί να βρουν τις δευτερεύουσες προτάσεις από μια πολύ σύνθετη περίοδο, να τις διαχωρίσουν και να τις αναγνωρίσουν πλήρως.
Πότε-πότε ζητά από τα παιδιά να της δανείσουν τα βοηθήματα που χρησιμοποιούν και επιστρέφοντάς τα τα κρίνει:
-Το δικό σου δε μου άρεσε, Νίκο. Του Πάνου είναι καλύτερο.
(Το τμήμα για κακή της τύχη είναι πολύ υψηλού επιπέδου. Και για κακή του τύχη η φιλόλογος είναι αντιστρόφως ανάλογου επιπέδου. Κάποτε σε διαγώνισμα φέρνει ένα πατσαβούρι κακογραμμένο με σημειώσεις στο περιθώριο και δίνοντάς το ζητά συγνώμη:)
-Συγνώμη, αλλά χτες έβλεπα το αγαπημένο μου σίριαλ και έπιασα να το γράψω μετά τις 12 τα μεσάνυχτα.
ΤΙΠΟΤΕ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΪΟΝ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΜΟΥ ΟΥΤΕ ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΙΧΝΟΣ ΥΠΕΡΒΟΛΗΣ.
Ας δούμε το παρακάτω μάθημα. Διάβασε, Γιώργο (ο απουσιολόγος).
(Ο Γιώργος διαβάζει.)
-Μετάφρασε, Γιώργο.
(Ο Γιώργος, πολύ υπεύθυνος και ξέροντας ότι θα του ζητηθεί να παραδώσει, έχει μελετήσει και προετοιμάσει το επόμενο μάθημα. Είμαστε στη Γ΄ Γυμνασίου ενός Γυμνασίου του Αιγάλεω. Αρχίζει τη μετάφραση, αλλά σε ένα σημείο κομπιάζει.)
-Συνέχισε, Γιώργο. μετΈφρασε και το υπόλοιπο!
-Δεν το ξέρω, κυρία. Συγνώμη!
-Καλά, δεν πειράζει, Γιώργο. Ποιος θα μεταφράσει;
(Κανείς δεν προτίθεται. Προσπαθεί η ίδια, αλλά δεν τα καταφέρνει, γιατί χτες το βράδυ έβλεπε το αγαπημένο της σίριαλ, όπως τους είπε ευθαρσώς.)
-Καλά. Πάρτε το σαν άσκηση για το σπίτι. Πάμε στα λεξιλογικά.
(Πάλι τα ίδια σε μια …δύσκολη λέξη.)
-Βρείτε την ετυμολογία της λέξης στο σπίτι.
…….
Την εποχή του διαγωνίσματος απαιτεί να βρουν τις δευτερεύουσες προτάσεις από μια πολύ σύνθετη περίοδο, να τις διαχωρίσουν και να τις αναγνωρίσουν πλήρως.
Πότε-πότε ζητά από τα παιδιά να της δανείσουν τα βοηθήματα που χρησιμοποιούν και επιστρέφοντάς τα τα κρίνει:
-Το δικό σου δε μου άρεσε, Νίκο. Του Πάνου είναι καλύτερο.
(Το τμήμα για κακή της τύχη είναι πολύ υψηλού επιπέδου. Και για κακή του τύχη η φιλόλογος είναι αντιστρόφως ανάλογου επιπέδου. Κάποτε σε διαγώνισμα φέρνει ένα πατσαβούρι κακογραμμένο με σημειώσεις στο περιθώριο και δίνοντάς το ζητά συγνώμη:)
-Συγνώμη, αλλά χτες έβλεπα το αγαπημένο μου σίριαλ και έπιασα να το γράψω μετά τις 12 τα μεσάνυχτα.
ΤΙΠΟΤΕ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΪΟΝ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΜΟΥ ΟΥΤΕ ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΙΧΝΟΣ ΥΠΕΡΒΟΛΗΣ.
Τετάρτη 20 Μαΐου 2009
Διδάσκοντας έκθεση: Κέρδη και ζημιές.
Τον πολύ παλιό εκείνο τον καιρό, αρχές της δεκαετίας του '80, δίδασκα έκθεση σε ένα φροντιστήριο της Αθήνας, έχοντας μόλις τελειώσει το πανεπιστήμιο.
Με αφορμή τη συζήτηση για το φετινό θέμα της έκθεσης, ήρθαν στο μυαλό μου δυο μαθήτριες από εκείνη την εποχή.
Η μία, ας την πούμε Ιωάννα, ήταν αστέρι στη Δεύτερη Δέσμη, πήγαινε για γιατρός (πέρασε κιόλας με την πρώτη στην Ιατρική Αθήνας) και σιχαινόταν την έκθεση. Μου το είπε από την πρώτη στιγμή που μπήκα στην τάξη, δηλώνοντάς μου κιόλας ότι δεν σκοπεύει να ασχοληθεί με το γράψιμο, ακόμα κι αν αυτό θα της στοιχίσει την εισαγωγή της στο πανεπιστήμιο. Περίμενε να της δώσω μαγική συνταγή πώς βελτιώνεσαι στο γράψιμο, ακούγοντας, διαβάζοντας, αλλά μη γράφοντας. Τότε της λέω κι εγώ. Με ποιο άθλημα ασχολείσαι; Με το μπάσκετ. Ήταν ένα ψηλό αθλητικό κορίτσι. Ωραία, Ιωάννα, από αύριο θα μου εξηγήσεις πώς παίζεται το μπάσκετ αναλυτικά. Πώς ρίχνουμε καλάθι, πώς κάνουμε τρίπλα. Όλα καταλεπτώς. Και μετά, θα μου φέρεις κι ένα βιβλίο καλό να το διαβάσω για εμπέδωση. Και μετά; Μου λέει εμβρόντητη. Ε, μετά θα έρθω να παίξω μαζί σου στον αγώνα. Πειράζει που τώρα, όταν μου ρίχνουν τη μπάλα του μπάσκετ, φοβάμαι και φεύγω;
Έβαλε τα γέλια και μου είπε ότι, αν δεν προπονηθώ πολύ, δεν θα μάθω να παίζω ούτε με νηπιαγωγείο.
Ε, κι εγώ ως προπονητής της έκθεσης, σου λέω ότι, αν δε λιώσεις το παντελόνι σου στην καρέκλα γράφοντας, δεν θα μάθεις ποτέ να γράφεις, όσο και να διαβάζεις, όσα σκονάκια και να σου δώσω εγώ.
Και τότε γυρνάει και μου λέει: "Κυρία, δίκιο έχετε, μα εγώ έχω απογοητευθεί, όλοι οι φιλόλογοι μου λένε ότι γράφω λίγα, δεν έχω ανάπτυξη, ούτε λεξιλόγιο. Γι' αυτό μου αρέσουν τα μαθηματικά, γιατί δεν θέλουν πολλά λόγια" Εκεί ακριβώς, της εξήγησα πόσο πλεονέκτημα το θεωρώ εγώ αυτό, ότι μου αρέσουν τα ουσιώδη και περιεκτικά κείμενα κι όχι τα σεντόνια μπουρδολογίας. Κι ότι υπάρχουν πολλοί μεγάλοι συγγραφείς λιτοί και περιεκτικοί. Δεν έκανα πολλά με την Ιωάννα, απλώς την ξετρόμαξα και ξεδίπλωσε στο χαρτί την υψηλή νοημοσύνη της, γράφοντας ένα ωραιότατο 18 σε μιάμιση σελίδα γραπτού. Τη θυμάμαι να βγαίνει από το εξεταστικό κέντρο τη χρονιά με το θέμα από τον Αντώνη Σαμαράκη για τη μοναξιά και να λάμπει από χαρά: "Κυρία, έκανα σχέδιο, δεδομένα- ζητούμενα και η διερεύνηση μου έβγαλε 5 αίτια!" Χαχαχα! Τα είχε μαθηματικοποιήσει όλα και τα αποδείκνυε σαν θεωρήματα.
Αυτή είναι μια γλυκιά ανάμνηση, αλλά η Γεωργία, η άλλη μου μαθήτρια, δεν είναι.
Η Γεωργία ήταν απόφοιτη λυκείου, είχε ξαναδώσει την προηγούμενη χρονιά και δεν είχε περάσει, αν και πολύ καλή μαθήτρια της Τρίτης Δέσμης. Ήταν ο ορισμός του χαρισματικού πλάσματος, έξυπνη, καλλιεργημένη, με ταλέντο στο γράψιμο, με διαβάσματα που θα τα ζήλευε απόφοιτος θεωρητικής σχολής στο πανεπιστήμιο. Πώς και δεν πέρασε; Είχε γράψει πολύ χάλια στην έκθεση! Ακολουθώντας την καλλιτεχνική της φύση, είχε εκφραστεί ελεύθερα και χωρίς κανόνες, είχε βγει πιθανότατα εκτός θέματος ή είχε προσπαθήσει να αντικρούσει τα δεδομένα του θέματος. Τα γραπτά της που πρωτοπήρα στα χέρια μου ήταν εκτός κλίματος πανελληνίων. Στην καλύτερη περίπτωση στοχαστικά δοκίμια, στη χειρότερη, πεζά ποιήματα. Άρχισα να την οριοθετώ, να τη μαζεύω, να της διδάσκω κανόνες και μέτρο. Τα αφομοίωσε όλα, είχε υψηλό στόχο και δεν είχε περιθώρια για λάθη. Με πείραζε καλοπροαίρετα (ήμασταν σχεδόν συνομήλικες), αλλά με άκουγε σαν να ήμουν 30 χρόνια μεγαλύτερη.
Πέρασε στη Φιλοσοφική Αθήνας, χάρηκα, χάρηκε. Μετά, μου έστειλε ένα γράμμα. Κάπου το έχω φυλαγμένο, αλλά έχω από τότε να το διαβάσω, γιατί με πόνεσε πολύ.
Μέσα από την ευγνωμοσύνη και την αγάπη της και με το χαριτωμένο χιούμορ της, μου έλεγε ότι κατόρθωσα να καλουπώσω τόσο πολύ το λόγο της, που πια δεν ήθελε να ξαναγράψει ελεύθερα. Εκείνη αστειευόταν, αλλά εγώ είχα πάντα την υποψία ότι μπορεί να στέρησα τη λογοτεχνία από μια μεγάλη συγγραφέα. Κι όχι τη μόνη ίσως.
Με αφορμή τη συζήτηση για το φετινό θέμα της έκθεσης, ήρθαν στο μυαλό μου δυο μαθήτριες από εκείνη την εποχή.
Η μία, ας την πούμε Ιωάννα, ήταν αστέρι στη Δεύτερη Δέσμη, πήγαινε για γιατρός (πέρασε κιόλας με την πρώτη στην Ιατρική Αθήνας) και σιχαινόταν την έκθεση. Μου το είπε από την πρώτη στιγμή που μπήκα στην τάξη, δηλώνοντάς μου κιόλας ότι δεν σκοπεύει να ασχοληθεί με το γράψιμο, ακόμα κι αν αυτό θα της στοιχίσει την εισαγωγή της στο πανεπιστήμιο. Περίμενε να της δώσω μαγική συνταγή πώς βελτιώνεσαι στο γράψιμο, ακούγοντας, διαβάζοντας, αλλά μη γράφοντας. Τότε της λέω κι εγώ. Με ποιο άθλημα ασχολείσαι; Με το μπάσκετ. Ήταν ένα ψηλό αθλητικό κορίτσι. Ωραία, Ιωάννα, από αύριο θα μου εξηγήσεις πώς παίζεται το μπάσκετ αναλυτικά. Πώς ρίχνουμε καλάθι, πώς κάνουμε τρίπλα. Όλα καταλεπτώς. Και μετά, θα μου φέρεις κι ένα βιβλίο καλό να το διαβάσω για εμπέδωση. Και μετά; Μου λέει εμβρόντητη. Ε, μετά θα έρθω να παίξω μαζί σου στον αγώνα. Πειράζει που τώρα, όταν μου ρίχνουν τη μπάλα του μπάσκετ, φοβάμαι και φεύγω;
Έβαλε τα γέλια και μου είπε ότι, αν δεν προπονηθώ πολύ, δεν θα μάθω να παίζω ούτε με νηπιαγωγείο.
Ε, κι εγώ ως προπονητής της έκθεσης, σου λέω ότι, αν δε λιώσεις το παντελόνι σου στην καρέκλα γράφοντας, δεν θα μάθεις ποτέ να γράφεις, όσο και να διαβάζεις, όσα σκονάκια και να σου δώσω εγώ.
Και τότε γυρνάει και μου λέει: "Κυρία, δίκιο έχετε, μα εγώ έχω απογοητευθεί, όλοι οι φιλόλογοι μου λένε ότι γράφω λίγα, δεν έχω ανάπτυξη, ούτε λεξιλόγιο. Γι' αυτό μου αρέσουν τα μαθηματικά, γιατί δεν θέλουν πολλά λόγια" Εκεί ακριβώς, της εξήγησα πόσο πλεονέκτημα το θεωρώ εγώ αυτό, ότι μου αρέσουν τα ουσιώδη και περιεκτικά κείμενα κι όχι τα σεντόνια μπουρδολογίας. Κι ότι υπάρχουν πολλοί μεγάλοι συγγραφείς λιτοί και περιεκτικοί. Δεν έκανα πολλά με την Ιωάννα, απλώς την ξετρόμαξα και ξεδίπλωσε στο χαρτί την υψηλή νοημοσύνη της, γράφοντας ένα ωραιότατο 18 σε μιάμιση σελίδα γραπτού. Τη θυμάμαι να βγαίνει από το εξεταστικό κέντρο τη χρονιά με το θέμα από τον Αντώνη Σαμαράκη για τη μοναξιά και να λάμπει από χαρά: "Κυρία, έκανα σχέδιο, δεδομένα- ζητούμενα και η διερεύνηση μου έβγαλε 5 αίτια!" Χαχαχα! Τα είχε μαθηματικοποιήσει όλα και τα αποδείκνυε σαν θεωρήματα.
Αυτή είναι μια γλυκιά ανάμνηση, αλλά η Γεωργία, η άλλη μου μαθήτρια, δεν είναι.
Η Γεωργία ήταν απόφοιτη λυκείου, είχε ξαναδώσει την προηγούμενη χρονιά και δεν είχε περάσει, αν και πολύ καλή μαθήτρια της Τρίτης Δέσμης. Ήταν ο ορισμός του χαρισματικού πλάσματος, έξυπνη, καλλιεργημένη, με ταλέντο στο γράψιμο, με διαβάσματα που θα τα ζήλευε απόφοιτος θεωρητικής σχολής στο πανεπιστήμιο. Πώς και δεν πέρασε; Είχε γράψει πολύ χάλια στην έκθεση! Ακολουθώντας την καλλιτεχνική της φύση, είχε εκφραστεί ελεύθερα και χωρίς κανόνες, είχε βγει πιθανότατα εκτός θέματος ή είχε προσπαθήσει να αντικρούσει τα δεδομένα του θέματος. Τα γραπτά της που πρωτοπήρα στα χέρια μου ήταν εκτός κλίματος πανελληνίων. Στην καλύτερη περίπτωση στοχαστικά δοκίμια, στη χειρότερη, πεζά ποιήματα. Άρχισα να την οριοθετώ, να τη μαζεύω, να της διδάσκω κανόνες και μέτρο. Τα αφομοίωσε όλα, είχε υψηλό στόχο και δεν είχε περιθώρια για λάθη. Με πείραζε καλοπροαίρετα (ήμασταν σχεδόν συνομήλικες), αλλά με άκουγε σαν να ήμουν 30 χρόνια μεγαλύτερη.
Πέρασε στη Φιλοσοφική Αθήνας, χάρηκα, χάρηκε. Μετά, μου έστειλε ένα γράμμα. Κάπου το έχω φυλαγμένο, αλλά έχω από τότε να το διαβάσω, γιατί με πόνεσε πολύ.
Μέσα από την ευγνωμοσύνη και την αγάπη της και με το χαριτωμένο χιούμορ της, μου έλεγε ότι κατόρθωσα να καλουπώσω τόσο πολύ το λόγο της, που πια δεν ήθελε να ξαναγράψει ελεύθερα. Εκείνη αστειευόταν, αλλά εγώ είχα πάντα την υποψία ότι μπορεί να στέρησα τη λογοτεχνία από μια μεγάλη συγγραφέα. Κι όχι τη μόνη ίσως.
Παρασκευή 8 Μαΐου 2009
ΠΟΤΕ ΜΗΝ ΠΕΙΣ!
Με αφορμή την ανάρτηση του ανεμόμυλου, "Συμβαίνει και στις καλύτερες τάξεις", θα σας διηγηθώ μια πολύ διδακτική ιστορία, που συνέβη σε ΤΕΕ του νησιού μου, πριν από αρκετά χρόνια. Την ίδια ιστορία αφηγήθηκα και στους μαθητές μου, για να τους δείξω πόσο εύκολο είναι να κατηγορήσουν άδικα έναν άνθρωπο, μόνο με βάση αστήρικτες υποψίες.
Ήρθε λοιπόν στο ΤΕΕ αυτό που δίδασκα κι εγώ για λίγες ώρες, ένας νεαρός μηχανολόγος από τη βόρειο Ελλάδα. Είχε όρεξη να κάνει καλή δουλειά, να αλλάξει το κλίμα στα εργαστηριακά μαθήματα, που όλοι τα έβλεπαν ως συνεργείο, μούντζα και χαλαρότητα. Επέβαλε να φέρνουν όργανα σχεδίου, να παρακολουθούν κανονικά, να κάνουν εργασίες. Οι μαθητές του ήταν όμως μεγάλοι σε ηλικία, μερικοί είχαν πάει φαντάροι, δούλευαν σε συνεργεία, είχαν μηχανές και δεν ήταν καθόλου πρόθυμοι, φαίνεται, να...συμμορφωθούν στα μαθήματα που θεωρούσαν του χεριού τους ή μάλλον του κατσαβιδιού τους.
Μια μέρα ένας από αυτούς τους μαθητές πήγε στην τάξη χωρίς όργανα και ο καθηγητής του ζήτησε να φύγει με απουσία, όπως είχε προειδοποιήσει. Αυτός είχε αντιρρήσεις, αντιμίλησε άσχημα στον καθηγητή του και έφυγε μέσα στην τσαντίλα. Την άλλη μέρα πρωί πρωί, βρέθηκε σπασμένο το αυτοκίνητο του συναδέλφου.
Στο γραφείο επικρατούσε πανικός. Ο καθηγητής απειλούσε θεούς και δαίμονες σε έξαλλη κατάσταση, όχι αδικαιολόγητα. Ήταν σίγουρος ότι ο μαθητής τον εκδικήθηκε και ετοιμαζόταν να ζητήσει την κεφαλή του επί πίνακι. Τον φωνάζουμε στο γραφείο και βλέπω ένα παιδί κίτρινο να αρνείται τα πάντα και να μην τον ακούει κανείς. Τον ήξερα, ήταν τσαμπουκάς, αλλά έντιμος και εξηγημένος, μπορεί να έκανε το πιο ακραίο πράγμα φανερά μέσα στα νεύρα του, αλλά δεν θα κτύπαγε πισώπλατα.
Τόλμησα τότε να πω στο συνάδελφο ιδιαιτέρως: "Γιώργο, εδώ λέμε ποτέ μην πεις και εννοούμε ποτέ να μην είσαι σίγουρος ότι φταίει κάποιος, αν δεν έχεις αποδείξεις."
Καταλαβαίνετε ότι εξέλαβε την παρέμβασή μου ως υπεράσπιση και μου φώναξε: "Ναι, ναι, κάτι τέτοια λέτε και τους κακομαθαίνετε! Σιγά μην έχω αμφιβολία!"
Πήγα στην τάξη σκασμένη. Δεν είχα όρεξη για μάθημα. Ήταν ένα τμήμα της Πρώτης ΤΕΕ, που δεν τον είχαν καν καθηγητή το Γιώργο. Είπα στα παιδιά πόσο χάλια νιώθω, πόσο ντρέπομαι που ήρθε ένας άνθρωπος από την άλλη άκρη της Ελλάδας στο νησί μας, να τους μάθει μηχανολογία κι όχι απλώς να περάσει την ώρα του και, επειδή θέλει να κάνει καλά τη δουλειά του, του σπάσαμε το αυτοκίνητο. Και ξέρουμε όλοι πόσο δύσκολο είναι σήμερα ένας μισθωτός να αγοράσει αυτοκίνητο. Κι όσο τα έλεγα αυτά, βλέπω ένα παιδάκι(που ήταν ορφανό από πατέρα) να σουρώνει και να βάζει τα κλάματα: "Κυρία, εγώ το έκανα! Εγώ το έσπασα το αυτοκίνητο!"
Είχα ακούσει καλά; "Γιατί, παιδί μου, εσύ ούτε τον ξέρεις τον άνθρωπο!"
"Γιατί έτσι μου ήρθε, ήθελα κι εγώ να έχω αυτοκίνητο να πάω μια βόλτα και δεν είχα!"
Τον πηγαίνω στο γραφείο και ομολογεί τα ίδια.
Και τότε φάνηκε η ποιότητα του βορειοελλαδίτη συναδέλφου. Όχι μόνο δεν ζήτησε να τιμωρηθεί το παιδί ή να του πληρώσει τα σπασμένα, αλλά από τότε το έβαζε στο αυτοκίνητο και πήγαιναν βόλτες σαν καλά φιλαράκια ή μάλλον σαν πατέρας και γιος.
Να είναι καλά και οι δυο τους, όπου και να βρίσκονται, και ο τρίτος που είχε κατηγορηθεί άδικα.
Αυτή ήταν τελικά μια πολύ χρήσιμη εμπειρία για όλους μας.
Ήρθε λοιπόν στο ΤΕΕ αυτό που δίδασκα κι εγώ για λίγες ώρες, ένας νεαρός μηχανολόγος από τη βόρειο Ελλάδα. Είχε όρεξη να κάνει καλή δουλειά, να αλλάξει το κλίμα στα εργαστηριακά μαθήματα, που όλοι τα έβλεπαν ως συνεργείο, μούντζα και χαλαρότητα. Επέβαλε να φέρνουν όργανα σχεδίου, να παρακολουθούν κανονικά, να κάνουν εργασίες. Οι μαθητές του ήταν όμως μεγάλοι σε ηλικία, μερικοί είχαν πάει φαντάροι, δούλευαν σε συνεργεία, είχαν μηχανές και δεν ήταν καθόλου πρόθυμοι, φαίνεται, να...συμμορφωθούν στα μαθήματα που θεωρούσαν του χεριού τους ή μάλλον του κατσαβιδιού τους.
Μια μέρα ένας από αυτούς τους μαθητές πήγε στην τάξη χωρίς όργανα και ο καθηγητής του ζήτησε να φύγει με απουσία, όπως είχε προειδοποιήσει. Αυτός είχε αντιρρήσεις, αντιμίλησε άσχημα στον καθηγητή του και έφυγε μέσα στην τσαντίλα. Την άλλη μέρα πρωί πρωί, βρέθηκε σπασμένο το αυτοκίνητο του συναδέλφου.
Στο γραφείο επικρατούσε πανικός. Ο καθηγητής απειλούσε θεούς και δαίμονες σε έξαλλη κατάσταση, όχι αδικαιολόγητα. Ήταν σίγουρος ότι ο μαθητής τον εκδικήθηκε και ετοιμαζόταν να ζητήσει την κεφαλή του επί πίνακι. Τον φωνάζουμε στο γραφείο και βλέπω ένα παιδί κίτρινο να αρνείται τα πάντα και να μην τον ακούει κανείς. Τον ήξερα, ήταν τσαμπουκάς, αλλά έντιμος και εξηγημένος, μπορεί να έκανε το πιο ακραίο πράγμα φανερά μέσα στα νεύρα του, αλλά δεν θα κτύπαγε πισώπλατα.
Τόλμησα τότε να πω στο συνάδελφο ιδιαιτέρως: "Γιώργο, εδώ λέμε ποτέ μην πεις και εννοούμε ποτέ να μην είσαι σίγουρος ότι φταίει κάποιος, αν δεν έχεις αποδείξεις."
Καταλαβαίνετε ότι εξέλαβε την παρέμβασή μου ως υπεράσπιση και μου φώναξε: "Ναι, ναι, κάτι τέτοια λέτε και τους κακομαθαίνετε! Σιγά μην έχω αμφιβολία!"
Πήγα στην τάξη σκασμένη. Δεν είχα όρεξη για μάθημα. Ήταν ένα τμήμα της Πρώτης ΤΕΕ, που δεν τον είχαν καν καθηγητή το Γιώργο. Είπα στα παιδιά πόσο χάλια νιώθω, πόσο ντρέπομαι που ήρθε ένας άνθρωπος από την άλλη άκρη της Ελλάδας στο νησί μας, να τους μάθει μηχανολογία κι όχι απλώς να περάσει την ώρα του και, επειδή θέλει να κάνει καλά τη δουλειά του, του σπάσαμε το αυτοκίνητο. Και ξέρουμε όλοι πόσο δύσκολο είναι σήμερα ένας μισθωτός να αγοράσει αυτοκίνητο. Κι όσο τα έλεγα αυτά, βλέπω ένα παιδάκι(που ήταν ορφανό από πατέρα) να σουρώνει και να βάζει τα κλάματα: "Κυρία, εγώ το έκανα! Εγώ το έσπασα το αυτοκίνητο!"
Είχα ακούσει καλά; "Γιατί, παιδί μου, εσύ ούτε τον ξέρεις τον άνθρωπο!"
"Γιατί έτσι μου ήρθε, ήθελα κι εγώ να έχω αυτοκίνητο να πάω μια βόλτα και δεν είχα!"
Τον πηγαίνω στο γραφείο και ομολογεί τα ίδια.
Και τότε φάνηκε η ποιότητα του βορειοελλαδίτη συναδέλφου. Όχι μόνο δεν ζήτησε να τιμωρηθεί το παιδί ή να του πληρώσει τα σπασμένα, αλλά από τότε το έβαζε στο αυτοκίνητο και πήγαιναν βόλτες σαν καλά φιλαράκια ή μάλλον σαν πατέρας και γιος.
Να είναι καλά και οι δυο τους, όπου και να βρίσκονται, και ο τρίτος που είχε κατηγορηθεί άδικα.
Αυτή ήταν τελικά μια πολύ χρήσιμη εμπειρία για όλους μας.
Τρίτη 21 Απριλίου 2009
Ο Φινλανδός επισκέπτης και το μάθημά του.
Στο νησί μας ήρθε κάποτε ένας Φινλανδός ελληνιστής, ο Γιούσι Κορχόνεν με την οικογένειά του. Φίλος συναδέλφου μου φιλολόγου, γρήγορα μας κέρδισε όλους με τα θαυμάσια ελληνικά του και την καλοσύνη του. Αν δεν ήξερες πως είναι Φινλανδός, εύκολα θα τον περνούσες για Έλληνα, και λόγω ιδιοσυγκρασίας και λόγω έφεσης στο καλό φαΐ, στο κρασάκι και στην παρέα.
Δίδασκε ελληνικά σε ένα φινλανδικό πανεπιστήμιο και έκανε ό,τι μπορούσε για να μπει στη νοοτροπία του αντικειμένου διδασκαλίας του (όχι πως δεν το διασκέδαζε κιόλας).
Εμείς σκεφθήκαμε να τον αξιοποιήσουμε, τον έφερα στην τάξη να μας διαβάσει αρχαία με ερασμιακή προφορά, και κανονίσαμε να μιλήσει με τους μαθητές και τους συναδέλφους σε μία ανοικτού τύπου συνέντευξη. Μίλησε λίγο για τη χώρα του, για τη δουλειά του, για τη χώρα μας και δέχθηκε πολλές ερωτήσεις από τα παιδιά και εμάς.
Ώσπου μας ήρθε η...κεραμίδα δια στόματος νεαρής φιλολόγου, που μόνο το νεαρό της ηλικίας της μπορεί να συγχωρέσει το ατόπημα προς τον φιλοξενούμενο:
"Εσείς μάθατε τόσο καλά τη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας, με κίνδυνο να απομακρυνθείτε από τη δική σας ταυτότητα, μήπως γιατί δεν έχετε και πολλά να χάσετε; Μήπως επειδή σας κέρδισε η αξία του δικού μας πολιτισμού;" Δεν μεταφέρω την ερώτηση κατά λέξη μετά από τόσα χρόνια, αλλά μόνο κατά προσέγγιση νοήματος. Μπορώ να μεταφέρω όμως αυτούσιο το συναίσθημα που κυριαρχούσε και μου ζήταγε να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Η αμηχανία ήταν έκδηλη σε όλους εκτός από τον Κορχονιάδη, όπως τον αποκαλούσαμε πια.
"Από την εποχή που γνώρισα τη γλώσσα σας και τον πολιτισμό σας, αγάπησα περισσότερο τη δική μου γλώσσα και κουλτούρα. Έτσι αγαπάς περισσότερο τον τόπο σου, όταν γνωρίσεις κι αγαπήσεις κι άλλους τόπους και πολιτισμούς" είπε χωρίς να δείξει την παραμικρή ενόχληση.
Έτσι, με πραγματικό πολιτισμό, που δεν είχε και δεν έχει σύνορα και ταυτότητα.
Δίδασκε ελληνικά σε ένα φινλανδικό πανεπιστήμιο και έκανε ό,τι μπορούσε για να μπει στη νοοτροπία του αντικειμένου διδασκαλίας του (όχι πως δεν το διασκέδαζε κιόλας).
Εμείς σκεφθήκαμε να τον αξιοποιήσουμε, τον έφερα στην τάξη να μας διαβάσει αρχαία με ερασμιακή προφορά, και κανονίσαμε να μιλήσει με τους μαθητές και τους συναδέλφους σε μία ανοικτού τύπου συνέντευξη. Μίλησε λίγο για τη χώρα του, για τη δουλειά του, για τη χώρα μας και δέχθηκε πολλές ερωτήσεις από τα παιδιά και εμάς.
Ώσπου μας ήρθε η...κεραμίδα δια στόματος νεαρής φιλολόγου, που μόνο το νεαρό της ηλικίας της μπορεί να συγχωρέσει το ατόπημα προς τον φιλοξενούμενο:
"Εσείς μάθατε τόσο καλά τη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας, με κίνδυνο να απομακρυνθείτε από τη δική σας ταυτότητα, μήπως γιατί δεν έχετε και πολλά να χάσετε; Μήπως επειδή σας κέρδισε η αξία του δικού μας πολιτισμού;" Δεν μεταφέρω την ερώτηση κατά λέξη μετά από τόσα χρόνια, αλλά μόνο κατά προσέγγιση νοήματος. Μπορώ να μεταφέρω όμως αυτούσιο το συναίσθημα που κυριαρχούσε και μου ζήταγε να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Η αμηχανία ήταν έκδηλη σε όλους εκτός από τον Κορχονιάδη, όπως τον αποκαλούσαμε πια.
"Από την εποχή που γνώρισα τη γλώσσα σας και τον πολιτισμό σας, αγάπησα περισσότερο τη δική μου γλώσσα και κουλτούρα. Έτσι αγαπάς περισσότερο τον τόπο σου, όταν γνωρίσεις κι αγαπήσεις κι άλλους τόπους και πολιτισμούς" είπε χωρίς να δείξει την παραμικρή ενόχληση.
Έτσι, με πραγματικό πολιτισμό, που δεν είχε και δεν έχει σύνορα και ταυτότητα.
Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009
Αλβανός σημαιοφόρος
Το σχολείο ήταν ένα επαρχιακό ΤΕΕ. Οι μαθητές από μέτριοι σε επίδοση έως πολύ αδύνατοι, με μόνο ενδιαφέρον την ειδικότητά τους και μάλιστα στην πρακτική της εφαρμογή (εργαστήριο ηλεκτρολογικό, μηχανολογικό, υδραυλικό). Αντιμετώπίζαν τα θεωρητικά μαθήματα, στην καλύτερη περίπτωση, με ευγενική ανοχή και στη χειρότερη, με πανηγυρική αδιαφορία. Στο μάθημα της ιστορίας το μόνο που κατάφερε να τους συγκινήσει ήταν η ιστορία της μηχανής και γενικά των εφευρέσεων. Εκεί, καταλάβαιναν περισσότερα από τη διδάσκουσα και της τα εξηγούσαν κιόλας, καθότι αδαής περί τα τεχνολογικά.
Ένας μαθητής όμως ξεχώριζε. Ήταν ένα παιδί από την Αλβανία, που έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για την ιστορία, παρακολουθούσε προσεκτικά, κρατούσε σημειώσεις, διάβαζε στο σπίτι και σιγά σιγά κατάφερε να συμμετέχει ουσιαστικά στο μάθημα.
Φαίνεται ότι ήταν εξίσου επιμελής και στα υπόλοιπα, γι' αυτό την επόμενη χρονιά αναδείχθηκε σε πρώτο μαθητή της τελευταίας τάξης, άρα σημαιοφόρο.
Όταν μαθεύτηκε αυτό στο σχολείο από τις πρόβες για την παρέλαση, άρχισε ο ψίθυρος: "Αλβανός σημαιοφόρος;", "Δεν θα πατήσει κανείς μας στην παρέλαση, ας παρελάσει μόνος του"
Έφτασαν και στα αυτιά της φιλολόγου οι ψίθυροι. Δεν είπε τίποτε, ούτε καν έδειξε να έχει καταλάβει κάτι. Στο επόμενο μάθημα της ιστορίας, τους αιφνιδίασε: "Επανάληψη της ύλης της προηγούμενης τάξης, να δούμε τι θυμόσαστε από την αρχαία και τη βυζαντινή ιστορία. "
Δεν θυμόνταν και πολλά, άσε που βαριόνταν να θυμηθούν...
Ένας μόνο θυμόνταν τα πάντα! Ο Αλβανός. Η συνέχεια ήταν μόνο μεταξύ εκείνου και της καθηγήτριας. Οι άλλοι απλοί παρατηρητές.
Τελειώνοντας, τους κοίταξε έτσι μουδιασμένους όπως ήταν και περίμεναν κατσάδα και τους ρώτησε: "Αν έρχονταν τώρα ένας ξένος στην τάξη και του ζητούσαμε να μας πει ποιος είναι σίγουρα Έλληνας εδώ μέσα, ποιον νομίζετε ότι θα έδειχνε;"
Δεν χρειάστηκε να απαντήσουν ούτε σ' αυτή την ερώτηση και ήλθαν όλοι στην παρέλαση.
Ένας μαθητής όμως ξεχώριζε. Ήταν ένα παιδί από την Αλβανία, που έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για την ιστορία, παρακολουθούσε προσεκτικά, κρατούσε σημειώσεις, διάβαζε στο σπίτι και σιγά σιγά κατάφερε να συμμετέχει ουσιαστικά στο μάθημα.
Φαίνεται ότι ήταν εξίσου επιμελής και στα υπόλοιπα, γι' αυτό την επόμενη χρονιά αναδείχθηκε σε πρώτο μαθητή της τελευταίας τάξης, άρα σημαιοφόρο.
Όταν μαθεύτηκε αυτό στο σχολείο από τις πρόβες για την παρέλαση, άρχισε ο ψίθυρος: "Αλβανός σημαιοφόρος;", "Δεν θα πατήσει κανείς μας στην παρέλαση, ας παρελάσει μόνος του"
Έφτασαν και στα αυτιά της φιλολόγου οι ψίθυροι. Δεν είπε τίποτε, ούτε καν έδειξε να έχει καταλάβει κάτι. Στο επόμενο μάθημα της ιστορίας, τους αιφνιδίασε: "Επανάληψη της ύλης της προηγούμενης τάξης, να δούμε τι θυμόσαστε από την αρχαία και τη βυζαντινή ιστορία. "
Δεν θυμόνταν και πολλά, άσε που βαριόνταν να θυμηθούν...
Ένας μόνο θυμόνταν τα πάντα! Ο Αλβανός. Η συνέχεια ήταν μόνο μεταξύ εκείνου και της καθηγήτριας. Οι άλλοι απλοί παρατηρητές.
Τελειώνοντας, τους κοίταξε έτσι μουδιασμένους όπως ήταν και περίμεναν κατσάδα και τους ρώτησε: "Αν έρχονταν τώρα ένας ξένος στην τάξη και του ζητούσαμε να μας πει ποιος είναι σίγουρα Έλληνας εδώ μέσα, ποιον νομίζετε ότι θα έδειχνε;"
Δεν χρειάστηκε να απαντήσουν ούτε σ' αυτή την ερώτηση και ήλθαν όλοι στην παρέλαση.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)